FacebookTwitterGoogle BookmarksLinkedIn

Οδηγία 1999/32 σχετικά με τη μείωση της περιεκτικότητας ορισμένων υγρών καυσίμων σε θείο και για την τροποποίηση της Οδηγίας 93/12

Χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Άρθρο 1 Σκοπός και πεδίο εφαρμογής

1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του θείου οι οποίες οφείλονται στην καύση ορισμένων τύπων υγρών καυσίμων και, εξ αυτού, η μείωση των επιβλαβών συνεπειών των εκπομπών αυτών στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

2. Η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του θείου, οι οποίες οφείλονται στην καύση ορισμένων υγρών καυσίμων παραγώγων πετρελαίου επιτυγχάνεται με την επιβολή ανώτατων ορίων περιεκτικότητας των εν λόγω καυσίμων σε θείο ως προϋπόθεση για τη χρήση τους εντός της επικράτειας των κρατών μελών.

Ωστόσο, οι περιορισμοί στην περιεκτικότητα ορισμένων υγρών καυσίμων παραγώγων του πετρελαίου σε θείο, οι οποίοι θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία, δεν ισχύουν:

α) - για τα υγρά καύσιμα που είναι παράγωγα του πετρελαίου και χρησιμοποιούνται από τα θαλασσοπόρα πλοία, εκτός των καυσίμων που εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 3,

- για το ντίζελ πλοίων που χρησιμοποιείται από τα πλοία τα οποία κινούνται μεταξύ τρίτης χώρας και κράτους μέλους·

β) για τα καύσιμα που προορίζονται να υποστούν κατεργασία πριν από την τελική καύση·

γ) για τα καύσιμα που προορίζονται να υποστούν κατεργασία στη βιομηχανία διύλισης.

Άρθρο 3 Μέγιστη περιεκτικότητα του βαρέος μαζούτ σε θείο

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, εντός της επικράτειάς τους, από την 1η Ιανουαρίου 2003 δεν χρησιμοποιείται βαρύ μαζούτ περιεκτικότητας σε θείο άνω του 1,00 % κατά μάζα.

2. Εφόσον τηρούνται τα πρότυπα ποιότητας του αέρα τα οποία καθορίζονται για το διοξείδιο του θείου στην οδηγία 80/779/ΕΟΚ(10) ή σε άλλο κοινοτικό νομοθέτημα που καταργεί και αντικαθιστά τα πρότυπα αυτά καθώς και σε άλλες σχετικές κοινοτικές διατάξεις και οι εκπομπές δεν συμβάλλουν στην υπέρβαση των κρίσιμων φορτίων σε άλλο κράτος μέλος, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επιτρέψει τη χρήση βαρέος μαζούτ περιεκτικότητας σε θείο μεταξύ 1 και 3 % κατά μάζα σε τμήματα ή στο σύνολο της επικράτειάς του. Η έγκριση αυτή ισχύει μόνο για όσο χρόνο οι εκπομπές ενός κράτους μέλους δεν συμβάλλουν στην υπέρβαση των κρίσιμων φορτίων σε άλλο κράτος μέλος.

3. i) Υπό την επιφύλαξη της κατάλληλης παρακολούθησης των εκπομπών εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται για το βαρύ μαζούτ που χρησιμοποιείται:

α) στις μονάδες καύσης οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 88/609/ΕΟΚ, οι οποίες θεωρούνται νέες εγκαταστάσεις σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 9 της εν λόγω οδηγίας και οι οποίες τηρούν τις οριακές τιμές εκπομπών διοξειδίου του θείου που ισχύουν για αυτές τις εγκαταστάσεις όπως ορίζεται στο άρθρο 4 και στο παράρτημα IV της ανωτέρω οδηγίας·

β) σε άλλες μονάδες καύσης οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του στοιχείου α), εφόσον οι εκπεμπόμενες από αυτές ποσότητες διοξειδίου του θείου δεν υπερβαίνουν τα 1700 mg/Nm3, όταν το καυσαέριο έχει περιεκτικότητα οξυγόνου 3 % κατά όγκο σε ξηρή βάση·

γ) για την καύση σε διυλιστήρια, όταν ο μηνιαίος μέσος όρος των εκπομπών διοξειδίου του θείου όλων των εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου [εκτός των μονάδων καύσης που υπάγονται στο πεδίο του στοιχείου α)], ανεξαρτήτως του τύπου του καυσίμου ή του συνδυασμού καυσίμων που χρησιμοποιούνται, είναι εντός ορίου που ορίζει έκαστο κράτος μέλος, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1700 mg/Nm3.

ii) Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εγκαταστάσεις καύσης που χρησιμοποιούν βαρύ μαζούτ με συγκέντρωση θείου μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 να λειτουργούν μόνο με άδεια της αρμόδιας αρχής, στην οποία αναφέρονται συγκεκριμένα τα επιτρεπόμενα όρια εκπομπών.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 επανεξετάζονται και, εάν χρειάζεται, αναθεωρούνται σύμφωνα με κάθε μελλοντική αναθεώρηση της οδηγίας 88/609/ΕΟΚ.

5. Όταν ένα κράτος μέλος κάνει χρήση των δυνατοτήτων που του παρέχονται στην παράγραφο 2, γνωστοποιεί την απόφασή του στην Επιτροπή και το κοινό τουλάχιστον δώδεκα μήνες νωρίτερα. Παρέχονται στην Επιτροπή επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να εκτιμηθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η Επιτροπή ενημερώνει τα λοιπά κράτη μέλη.

Εντός έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης της γνωστοποήσης από το κράτος μέλος, η Επιτροπή εξετάζει τα προτεινόμενα μέτρα και, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9, λαμβάνει απόφαση την οποία ανακοινώνει στα κράτη μέλη. Η απόφαση αυτή επανεξετάζεται ανά οκταετία επί τη βάσει πληροφοριών που παρέχουν στην Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, τα κράτη μέλη που αφορά η απόφαση.

Άρθρο 4 Μέγιστη περιεκτικότητα του πετρελαίου εσωτερικής καύσης σε θείο

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, εντός της επικράτειάς τους, δεν χρησιμοποιούνται πετρέλαια εσωτερικής καύσης, περιλαμβανομένου και του ντίζελ πλοίων, από:

- την 1η Ιουλίου 2000, αν η περιεκτικότητά τους σε θείο είναι άνω του 0,20 % κατά μάζα,

- την 1η Ιανουαρίου 2008, αν η περιεκτικότητά τους σε θείο είναι άνω του 0,10 % κατά μάζα.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η Ισπανία, όσον αφορά τις Καναρίους Νήσους, η Γαλλία, για τα υπερπόντια διαμερίσματα, η Ελλάδα, όσον αφορά το σύνολο ή τμήματα της επικράτειάς της και η Πορτογαλία, για τα αρχιπελάγη της Μαδέρας και των Αζορών έχουν το δικαίωμα να επιτρέψουν τη χρήση στη ναυτιλία πετρελαίων εσωτερικής καύσης περιεκτικότητας σε θείο άνω των ορίων που ορίζονται στην παράγραφο 1.

3. Εφόσον τηρούνται τα πρότυπα ποιότητας του αέρα τα οποία καθορίζονται για το διοξείδιο του θείου στην οδηγία 80/779/ΕΟΚ ή σε άλλο κοινοτικό νομοθέτημα που καταργεί και αντικαθιστά τα πρότυπα αυτά καθώς και σε άλλες σχετικές κοινοτικές διατάξεις, και εφόσον οι εκπομπές δεν συμβάλλουν στην υπέρβαση των κρίσιμων φορτίων σε άλλο κράτος μέλος, ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επιτρέψει τη χρήση πετρελαίου εσωτερικής καύσης περιεκτικότητας σε θείο μεταξύ 0,10 % και 0,20 % κατά μάζα σε τμήματα ή στο σύνολο της επικράτειάς του. Η έγκριση αυτή εφαρμόζεται μόνο για όσο χρόνο οι εκπομπές ενός κράτους μέλους δεν συμβάλλουν στην υπέρβαση των κρίσιμων φορτίων σε άλλο κράτος μέλος και δεν θα παραταθούν πέραν της 1ης Ιανουαρίου 2013.

4. Όταν ένα κράτος μέλος κάνει χρήση των δυνατοτήτων που του παρέχονται στην παράγραφο 3, γνωστοποιεί την απόφασή του στην Επιτροπή και το κοινό τουλάχιστον δώδεκα μήνες νωρίτερα. Παρέχονται στην Επιτροπή επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να εκτιμηθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 3. Η Επιτροπή ενημερώνει τα λοιπά κράτη μέλη.

Εντός έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης της γνωστοποίησης από το κράτος μέλος, η Επιτροπή εξετάζει τα προτεινόμενα μέτρα και, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9, λαμβάνει απόφαση την οποία ανακοινώνει ατα κράτη μέλη.

 

Για να διαβάσετε ή/και να καταβάσετε ολόκληρο το κείμενο πατάτε εδώ.

 


Εκτύπωση   Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο