FacebookTwitterGoogle BookmarksLinkedIn

Ο περί Διατήρησης Αποθεμάτων Πετρελαιοειδών Νόμος 149/2003

Χαρακτηριστικό απόσπασμα:
Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο-
«Οδηγία 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου και/ή προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε μέχρι και την Οδηγία 98/93/ΕΚ του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 358 της 31.12.1998, σ. 100)» (ΕΕ L 308 της 23.12.1968, σ. 14)

Ερμηνεία
2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -
«αποθέματα έκτακτης ανάγκης» σημαίνει τα αποθέματα πετρελαίου, τα οποία η Δημοκρατία πρέπει να διατηρεί σύμφωνα με το άρθρο 7∙
«αποθέματα πετρελαίου» σημαίνει τα αποθέματα ενεργειακών προϊόντων όπως αυτά ορίζονται στο σημείο 3.1, της παραγράφου 1, του Παραρτήματος Γ, του Κανονισμού (EK) αριθ. 1099/2008·
«βιοκαύσιμο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«βιομάζα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«Γενικός Διευθυντής» σημαίνει το πρόσωπο, το οποίο διορίζεται Γενικός Διευθυντής του ΚΟΔΑΠ σύμφωνα με το άρθρο 24·
«Γενική Συνέλευση» σημαίνει το όργανο του ΚΟΔΑΠ, το οποίο αποτελείται από όλα τα μέλη του ΚΟΔΑΠ·
«Γραφείο του Γενικού Διευθυντή» σημαίνει το Γραφείο που καθιδρύεται σύμφωνα με το άρθρο 28·
«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·
«Διάταγμα» σημαίνει Διάταγμα του Υπουργού που εκδίδεται με βάση το άρθρο 46·
«εθνικά αποθέματα πετρελαιοειδών» [Διαγράφηκε]·
«ειδικά αποθέματα» σημαίνει τα αποθέματα πετρελαίου που πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 11ΣΤ·
«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
«εμπορικά» [Διαγράφηκε]·
«εμπορικά αποθέματα» σημαίνει τα αποθέματα πετρελαίου που διατηρούνται από τους οικονομικούς φορείς και για τα οποία ο παρών Νόμος δεν επιβάλλει υποχρέωση διατήρησης·
«ενδιάμεσο προϊόν» σημαίνει οποιαδήποτε ουσία, άλλη από αργό πετρέλαιο, η οποία μπορεί να τύχει επεξεργασίας ώστε να μετατραπεί σε πετρελαιοειδές·
«επεξεργασία πετρελαιοειδών» σημαίνει την επεξεργασία και ανάμειξη αργού πετρελαίου, ενδιάμεσων προϊόντων και πετρελαιοειδών·
«εσωτερική κατανάλωση» σημαίνει τις συνολικές ποσότητες, υπολογιζόμενες βάσει του Παραρτήματος ΙΙ, που έχουν παραδοθεί στη Δημοκρατία για τις ενεργειακές και μη ενεργειακές χρήσεις· το σύνολο αυτό περιλαμβάνει παραδόσεις στο μεταποιητικό τομέα και στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στα νοικοκυριά και σε άλλους τομείς προς «τελική» κατανάλωση· περιλαμβάνει επίσης και την κατανάλωση του ίδιου του ενεργειακού τομέα (πλην του καυσίμου των διυλιστηρίων)·
«έτος αναφοράς» σημαίνει το ημερολογιακό έτος των δεδομένων κατανάλωσης ή των καθαρών εισαγωγών που λαμβάνονται υπόψη για να υπολογίζεται είτε το επίπεδο των αποθεμάτων που πρέπει να διατηρούνται είτε το επίπεδο των αποθεμάτων που όντως διατηρούνται σε μια δεδομένη στιγμή·
«ισχύουσα διεθνής απόφαση για διάθεση αποθεμάτων» σημαίνει οποιαδήποτε εν ισχύ απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για να καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου, μέσω της διάθεσης των αποθεμάτων των μελών του ή/και πρόσθετων μέτρων·
«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2008» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) με αριθμό 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008 για τις στατιστικές ενέργειας·
«καύσιμα διεθνούς ναυσιπλοΐας» σημαίνει καύσιμα με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο σημείο 2.1 του Παραρτήματος Α, του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008·
«Κεντρικός Φορέας Διατήρησης Αποθεμάτων (ΚΦΔΑ)» σημαίνει το σώμα ή την υπηρεσία στην οποία μπορούν να ανατεθούν εξουσίες προκειμένου να ενεργεί για να αποκτά, διατηρεί ή πωλεί αποθέματα πετρελαίου, περιλαμβανομένων των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων·
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
«Κυπριακός Οργανισμός Διαχείρισης Αποθεμάτων Πετρελαιοειδών (ΚΟΔΑΠ)» σημαίνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ιδρύεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 4 και είναι ο Κεντρικός Φορέας Διατήρησης Αποθεμάτων (ΚΦΔΑ)·
«λειτουργικές δραστηριότητες» σημαίνει την άσκηση των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του ΚΟΔΑΠ που συνδέονται αποκλειστικά με την υποχρέωση διατήρησης των αποθεμάτων του ΚΟΔΑΠ, όπως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο·
«λιμάνι» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το περί Τελωνειακών Λιμένων Διάταγμα του 1968·
«μέλος του ΚΟΔΑΠ» σημαίνει το μέλος του ΚΟΔΑΠ, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 16∙
«μέση ημερήσια εθνική κατανάλωση πετρελαιοειδών» [Διαγράφηκε]·
«μητρώο» σημαίνει το μητρώο στο οποίο καταχωρούνται όλα τα μέλη του ΚΟΔΑΠ·
«Οδηγία 2009/119/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2009/119/ΕΚ του Συμβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2009 σχετικά με υποχρέωση διατήρησης ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη, όπως αυτή διορθώθηκε·
«πετρέλαιο» σημαίνει αργό πετρέλαιο, ενδιάμεσα προϊόντα και πετρελαιοειδή·
«πετρελαιοειδές» σημαίνει προϊόν που εμπίπτει στα ενεργειακά προϊόντα που ορίζονται στο σημείο 3.1, της παραγράφου 1 του Παραρτήματος Γ, του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008·
«πρόσθετα» σημαίνει τις ουσίες εκτός των υδρογονανθράκων, οι οποίες προστίθενται ή αναμιγνύονται με ένα προϊόν για να τροποποιήσουν τις ιδιότητές του·
«σοβαρή διαταραχή στον εφοδιασμό» σημαίνει τη σημαντική και ξαφνική μείωση στον εφοδιασμό με αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως αν αυτή έχει οδηγήσει ή όχι σε λήψη ισχύουσας διεθνούς απόφασης για διάθεση αποθεμάτων·
«Στατιστική Υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό ο περί Στατιστικής Νόμος, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«συνδρομή μέλους του ΚΟΔΑΠ» σημαίνει το χρηματικό ποσό που καταβάλλουν τα μέλη του ΚΟΔΑΠ για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του ΚΟΔΑΠ, σύμφωνα με το άρθρο 31·
«Υπηρεσία Ενέργειας» σημαίνει την Υπηρεσία Ενέργειας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·
«φυσική προσβασιμότητα» σημαίνει τις ρυθμίσεις για τον εντοπισμό και τη μεταφορά αποθεμάτων για να διασφαλίζεται η διάθεση ή η αποτελεσματική παράδοση στους τελικούς χρήστες και στις αγορές στα πλαίσια προθεσμιών και προϋποθέσεων προκειμένου να μετριάζονται τα προβλήματα εφοδιασμού που μπορεί να έχουν ανακύψει.

Σκοπός
3. Με τον παρόντα Νόμο:
(1) ιδρύεται ο ΚΟΔΑΠ, ο οποίος καθορίζεται ως ο Κεντρικός Φορέας Διατήρησης Αποθεμάτων και είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση αποθεμάτων εκτάκτου ανάγκης και τη διατήρηση των ειδικών αποθεμάτων της Δημοκρατίας·
(2) θεσπίζονται κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο στη Δημοκρατία μέσω αξιόπιστων και διαφανών μηχανισμών, βασιζόμενων στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών, στη διατήρηση των ελάχιστων αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου και στη δημιουργία των απαραίτητων διαδικαστικών μέσων για την αντιμετώπιση μιας σοβαρής έλλειψης.

Για να διαβάσετε ή/και να κατεβάσετε ολόκληρο το κείμενο πατάτε εδώ.

 {xtypo_info} Το 2015 ο ΚΟΔΑΠ μετακόμισε τα αποθέματα του στις εγκαταστάσεις της Vittol στο Βασιλικό {/xtypo_info}


Εκτύπωση   Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο