Χαστούκι Σταυροβουνίου στο κράτος
 
Χαστούκι της Μονής Σταυροβουνίου προς τους κυβερνώντες σχετικά με τη λειτουργία λατομείου στην περιοχή Σταυροβουνίου αλλά και την υπό εξέταση αίτησης ιδιωτικής εταιρείας για λειτουργία μονάδας παραγωγής ασφάλτου, την οποία ο ηγούμενος και οι μοναχοί θεωρούν επιβαρυντική για τον περιβάλλοντα χώρο. Ήδη τη διαφωνία τους εξέφρασαν τα κοινοτικά συμβούλια Πυργών και Κόρνου καθώς και κάτοικοι των δύο κοινοτήτων.  

Σε επιστολή της Μονής, την οποία υπογράφει ο ηγούμενος Αθανάσιος και η οποία απευθύνεται προς όλους τους αρμοδίους, γίνεται αναφορά σε καταστροφή που ήδη συντελείται με τη λειτουργία λατομείου, καθώς και σε επικείμενη καταστροφή, αν επιτραπεί η λειτουργία μονάδας παραγωγής ασφάλτου.
 
Στην επιστολή γίνεται αναφορά σε αποκόλληση βράχου του Σταυροβουνίου συνεπεία των εκρήξεων για εξόρυξη λατομικών υλικών από το 1963, ενώ αναφορά γίνεται και σε πιθανή μόλυνση των υδροφόρων στρωμάτων αλλά και σε ενδεχόμενη επιβάρυνση των στρατιωτών που υπηρετούν σε τρεις μονάδες της περιοχής και τέλος γίνεται αναφορά σε πληροφορίες για αύξηση των κρουσμάτων καρκίνου στα γύρω χωριά. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε  «απερίσκεπτους παραλογισμούς» οι οποίοι επιβαρύνουν περιοχή προστατευόμενη από Ευρωπαϊκή Νομοθεσία (NATURA 2000).
 
Στην επιστολή της Μονής, αφού γίνεται αναφορά στην ιστορία του μοναστηριού που έχει τις ρίζες του στον τέταρτο αιώνα και στη συμβίωση ανθρώπων και φύσης στην περιοχή, αναφέρεται ότι τα τελευταία χρόνια Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ευαίσθητοι σε θέματα περιβάλλοντος, όταν επισκέπτονται τη Μονή, διερωτώνται:
 
«Πώς είναι δυνατόν το Κράτος και η Πολιτεία της Κυπριακής Δημοκρατίας να ανέχεται ή και να ενθαρρύνει τέτοιου είδους δραστηριότητες στην περιοχή, που κυριολεκτικά καταστρέφουν ό,τι ωραίον και σημαντικόν εδημιούργησεν ο Δημιουργός και διεφύλαξεν η ροή της Ιστορίας και οικοδόμησαν μέσα στους αιώνες οι ευαίσθητοι, καλαίσθητοι και συχνά ευλαβείς κατοικούντες στην ευρύτερην περιοχήν του Σταυροβουνίου»;
 
Αναφέρεται επίσης πως αρχικά, προ ολίγων δεκαετιών, ήρχισαν δυναμικά οι δραστηριότητες λατομεύσεως της πέτρας και η λειτουργία σκυροθραυστικών μονάδων στην περιοχή του Σταυροβουνίου.
 
Πρώτη εμφανεστάτη επίπτωσις, συνεχίζει η επιστολή, ήταν η πτώση περί το έτος 1963 του ιδιαιτέρως χαρακτηριστικού και εν πολλοίς μοναδικής ωραιότητος βράχου στην ανατολικήν πλευρά του κτηρίου της Μονής, που λες και αιωρείτο στον αέρα άνευ εμφανούς υποστηρίγματος, επάνω στην κορυφήν του βουνού του Σταυροβουνίου, μέσα στη διάρκεια των αιώνων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Επανέρχονται για χρυσό στον Μαθιάτη
 
Συγκεκριμένα, οι εκρήξεις για την εξόρυξη της πέτρας στα λειτουργούντα ήδη, (ως μη όφειλαν) λατομεία της περιοχής, επέφεραν τακτικές ισχυρές δονήσεις στα θεμέλια του αρχαίου μοναστηριού, ώστε οι τοίχοι ενίοτε αισθητώς εταλαντεύοντο, τα τζάμια των παραθύρων επικινδύνως εδονούντο, και ουχί σπανίως όλον το πεπαλαιωμένον οικοδόμημα της Μονής εσείετο συθέμελα! Μέχρις ότου κάποιο πρωινό, εν ώρα μάλιστα ιεράς Ακολουθίας, ο λίαν χαρακτηριστικός και εξαίσιος ανατολικός βράχος, «σήμα κατατεθέν», τρόπον τινά, της παιλαιφάτου Μονής μας, που το «σεβάστηκαν» οι αιώνες και το εθαύμαζαν οι εκάστοτε διαχρονικοί επισκέπται και προσκυνηταί στην Μονή, το κατακρήμνισε εξαίφνης στο χάος η υπερβάλλουσα αλόγιστος ανθρωπίνη δραστηριότητα, η αποβλέπουσα κατά πρώτιστον και κύριον λόγον εις το οικονομικόν όφελος εις βάρος άλλων, λίαν υψηλοτέρων και σημαντικοτέρων άξιων του πολιτισμού και του πνεύματος!
 
Ο ηγούμενος αναφέρει ότι τότε οι κρατικές υπηρεσίες επέδειξαν ευαισθησία και διερωτάται γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο και σήμερα προληπτικά ώστε να αποτραπούν απαράδεκτες και μη αναστρέψιμες συνέπειες από τη βιομηχανική δραστηριότητα.
 
«Αγνοείται, δυστυχώς, από τους όποιους αρμοδίους η συνεπαγόμενη, μαζί με τα άλλα δεινά, βάναυσος αλλοίωσις του άλλοτε εξαίσιου χώρου, ο οποίος τείνει πλέον να προσομοιάσει (και μάλιστα, κατά τις ρήσεις ακόμη και επισήμων επισκεπτών εξ ευρωπαϊκών και άλλων χωρών ανά το παγκόσμιον), προς «σεληνιακόν τοπίον», προστίθεται στην επιστολή.
 
Καυτηριάζει και ασκεί αυστηρή κριτική
 
Ο ηγούμενος καυτηριάζει και την υποχρέωση των επιχειρηματιών για αποκατάσταση του τοπίου αναφέροντας ότι οι υποτιθέμενες υποχρεωτικές επανορθώσεις των «αλλοτριούμενων» χώρων δεν φαίνεται να εφαρμόζονται δεόντως, είτε λόγω των συνεπαγόμενων προφανώς οικονομικών επιβαρύνσεων, είτε της απροθυμίας των κατόχων τα «δικαιώματα λατομεύσεως» να τηρήσουν τις υπογραφές τους που αφορούν τους όρους λειτουργίας.
 
Ασκεί επίσης κριτική στον έλεγχο της λατομικής μονάδας, αναφέροντας πως, ούτως ή άλλως, το εμφανές συμπέρασμα είναι ότι δεν πραγματοποιείται η εκ των νόμων απορρέουσα υποχρεωτική επιστημονικώς σωστή επιτήρηση και ο αναγκαίος έλεγχος της λειτουργίας των λατομείου και της επιβαλλομένης υποχρεωτικής αποκαταστάσεως των ποικίλης φύσεως καταστροφικών επιπτώσεων στον περιβάλλοντα χώρο.
 
Ο ηγούμενος παρατηρεί ακόμη πως ενώ από τη μία πλευρά η περιοχή κηρύσσεται και καθορίζεται ως υψίστης περιβαλλοντικής σημασίας (NATURA 2000), ταυτοχρόνως, σχιζοφενικώς, η ιδία ακριβώς περιοχή καταπονείται βαναυσότατα με συνεχώς επαυξανόμενες δραστηριότητες, εκ διαμέτρου αντίθετες προς την προβαλλομένην δήθεν προστασία του περιβάλλοντος!!! «Προφανώς εξόφθαλμος εξωφρενισμός εσχάτων ορίων!!!» προστίθεται στην επιστολή.
 
Κατηγορεί ο ηγούμενος και τους αρμοδίους ότι δεν σκέπτονται τις ανεπίτρεπτες και εν πολλοίς μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στους διαβιούντας στην περιοχή και προσθέτει πως ήδη παρατηρείται στατιστικώς, ως διαδίδεται, αύξηση συμπτωμάτων αναπτύξεως νεοπλασμάτων (καρκίνου) εις κατοικούντας εις τα πέριξ χωρία! Παράλληλα τους κατηγορεί ότι δεν σκέφτονται τους στρατιώτες που βρίσκονται στην «μπούκα», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, των εκπεμπόμενων και λίαν ανθυγιεινών αποβλήτων. «Τοιουτοτρόπως οι στρατιώται μας αποτελούν αθώα θύματα της ενοχλητικοτάτης και οδυνηροτάτης ηχορυπάνσεως, και όχι μόνον, της προκαλουμένης υπό των υφισταμένων εργοστασίων και της αναμενομένης επιδεινώσεως εν όψει των μελετουμένων περαιτέρω αδειοδοτήσεων “βιομηχανικών δραστηριοτήτων” στην περιοχή», προστίθεται στην επιστολή.
 
Τέλος ο ηγούμενος τάσσεται εναντίον της έκδοσης άδειας λειτουργίας μονάδας παραγωγής ασφαλτικού σκυροδέματος και τονίζει ότι «η Μονή απαιτεί και τον περιορισμό, μέχρις εξαφανίσεως των ήδη υφισταμένων επιβλαβών δραστηριοτήτων!!!».