FacebookTwitterGoogle BookmarksLinkedIn

Η νέα Οδηγία 2014/52/ΕΕ για τις Περιβαλλοντικές Μελέτες

25.4.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/1


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)

Η οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) εναρμόνισε τις αρχές εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων έργων με την καθιέρωση ελάχιστων απαιτήσεων (για τον τύπο των έργων που πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση, τις κύριες υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, το περιεχόμενο της εκτίμησης και τη συμμετοχή των αρμοδίων αρχών και του κοινού), και συμβάλλει στην υψηλή προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίζουν πιο αυστηρά προστατευτικά μέτρα κατά τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

(2)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 2007 με τίτλο «Ενδιάμεση επανεξέταση του έκτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για το περιβάλλον» και την έκθεση της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 2009 σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), προκάτοχο της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, τονίσθηκε ότι είναι αναγκαίο να βελτιωθούν οι αρχές που διέπουν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων και να προσαρμοσθεί η οδηγία 85/337/ΕΟΚ στο πολιτικό, νομικό και τεχνικό πλαίσιο, το οποίο έχει εξελιχθεί σημαντικά.
(3)

Είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί η οδηγία 2011/92/ΕΕ, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, να ευθυγραμμιστεί η εν λόγω διαδικασία με τις αρχές της έξυπνης ρύθμισης και να αυξηθούν η συνοχή και η συνέργεια με άλλα νομοθετήματα και πολιτικές της Ένωσης, καθώς και με στρατηγικές και πολιτικές που έχουν αναπτύξει κράτη μέλη σε πεδία εθνικής αρμοδιότητας.
(4)

Για τον συντονισμό και τη διευκόλυνση των διαδικασιών εκτίμησης των διασυνοριακών έργων, και ιδίως για τη διενέργεια διαβουλεύσεων σύμφωνα με τη σύμβαση για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε διασυνοριακά πλαίσια της 25ης Φεβρουαρίου 1991 (σύμβαση Έσπο), τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να ιδρύσουν, με ισότιμη εκπροσώπηση, κοινό όργανο.
(5)

Οι μηχανισμοί που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 347/2013 (6), (ΕΕ) αριθ. 1315/2013 (7) και (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 (8), που σχετίζονται με τη συγχρηματοδότηση έργων υποδομής της Ένωσης, μπορούν επίσης να διευκολύνουν την εφαρμογή των απαιτήσεων της οδηγίας 2011/92/ΕΕ.
(6)

Η οδηγία 2011/92/ΕΕ θα πρέπει επίσης να αναθεωρηθεί κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη βελτιωμένη προστασία του περιβάλλοντος, την αύξηση της αποδοτικής χρήσης των πόρων και τη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης στην Ένωση. Προς τούτο χρειάζεται απλούστευση και εναρμόνιση των προβλεπόμενων διαδικασιών.
(7)

Την τελευταία δεκαετία, περιβαλλοντικά προβλήματα όπως η αποτελεσματική χρήση και η βιωσιμότητα των πόρων, η προστασία της βιοποικιλότητας, η κλιματική αλλαγή και οι κίνδυνοι ατυχημάτων και καταστροφών, έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για τη χάραξη πολιτικής. Συνεπώς, θα πρέπει να αποτελούν σημαντικά στοιχεία των διαδικασιών εκτίμησης και λήψης αποφάσεων.
(8)

Στην ανακοίνωσή της της 20ής Σεπτεμβρίου 2011 με τίτλο «Χάρτης πορείας για μια αποδοτική, από πλευράς πόρων, Ευρώπη», η Επιτροπή δεσμεύθηκε να συμπεριλάβει ευρύτερα ζητήματα αποδοτικής χρήσης και βιωσιμότητας των πόρων στο πλαίσιο αναθεώρησης της οδηγίας 2011/92/ΕΕ.
(9)

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 με τίτλο «Θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους» και τον χάρτη πορείας για μια αποδοτική, από πλευράς πόρων, Ευρώπη υπογραμμίζεται η σημασία της βιώσιμης χρήσης του εδάφους και η ανάγκη αντιμετώπισης της μη βιώσιμης μακροπρόθεσμα αύξησης των δομημένων περιοχών (κατάληψη εδαφών). Επιπλέον, στο τελικό έγγραφο της διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο στις 20-22 Ιουνίου 2012 αναγνωρίζεται η οικονομική και η κοινωνική σημασία της ορθής διαχείρισης της γης, συμπεριλαμβανομένου του εδάφους, και η ανάγκη να αναληφθεί επειγόντως δράση για να αντιστραφεί η τάση υποβάθμισης του εδάφους. Συνεπώς, θα πρέπει να εξετάζονται και να περιορίζονται οι επιπτώσεις των δημοσίων και ιδιωτικών έργων στη γη, ιδίως όσον αφορά την κατάληψή της, και στο έδαφος, ιδιαίτερα όσον αφορά την οργανική ύλη, τη διάβρωση, τη συμπίεση και τη σφράγιση, με κατάλληλα χωροταξικά σχέδια και πολιτικές σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
(10)

Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τη βιοποικιλότητα («η σύμβαση»), της οποίας η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος δυνάμει της απόφασης 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9), απαιτεί εκτίμηση, εφόσον είναι εφικτό και σκόπιμο, των σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων που προκαλούνται από έργα στη βιοποικιλότητα, η οποία ορίζεται στο άρθρο 2 της σύμβασης, για να αποφεύγονται ή να ελαχιστοποιούνται οι εν λόγω επιπτώσεις. Αυτή η εκ των προτέρων εκτίμηση των επιπτώσεων αναμένεται ότι θα συμβάλει στην επίτευξη του πρωταρχικού στόχου της Ένωσης που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του της 25ης-26ης Μαρτίου 2010 να σταματήσει η απώλεια της βιοποικιλότητας και η υποβάθμιση των λειτουργιών των οικοσυστημάτων μέχρι το 2020 και να αποκατασταθούν όπου είναι εφικτό.
(11)

Με τα μέτρα που λαμβάνονται για να αποφευχθούν, να αποτραπούν, να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντισταθμισθούν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ιδίως για είδη και οικοτόπους προστατευομένους διά της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (10) και της οδηγίας 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) αναμένεται ότι θα αποτραπεί η υποβάθμιση της ποιότητας του περιβάλλοντος και η τυχόν καθαρή απώλεια βιοποικιλότητας, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Ένωσης στο πλαίσιο της σύμβασης και τους στόχους και τις δράσεις της στρατηγικής της Ένωσης για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020 που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 3ης Μαΐου 2011 με τίτλο: «Η ασφάλεια ζωής μας, το φυσικό μας κεφάλαιο: στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020».
(12)

Για να διασφαλισθεί υψηλότερο επίπεδο προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, ιδίως για είδη και οικοσυστήματα, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και οι διαδικασίες προελέγχου για έργα στο θαλάσσιο περιβάλλον θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα χαρακτηριστικά των εν λόγω έργων, ιδίως όσον αφορά τις χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες (επί παραδείγματι σεισμικές έρευνες με τη χρήση ενεργών ηχοεντοπιστικών συσκευών σόναρ). Προς τούτο, οι απαιτήσεις της οδηγίας 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) θα μπορούσαν επίσης να διευκολύνουν την εφαρμογή των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας.
(13)

Η κλιματική αλλαγή θα συνεχίσει να προκαλεί ζημίες στο περιβάλλον και να διακυβεύει την οικονομική ανάπτυξη. Σε σχέση με αυτό, θεωρείται σκόπιμο να εκτιμάται η επίπτωση των έργων στο κλίμα (για παράδειγμα οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου) και η ευπάθεια τους στην κλιματική αλλαγή.
(14)

Μετά την ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Φεβρουαρίου 2009 με τίτλο: «Μια κοινοτική προσέγγιση για την πρόληψη φυσικών και ανθρωπογενών καταστροφών», το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 30ής Νοεμβρίου 2009, κάλεσε την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η υλοποίηση, η επανεξέταση και η περαιτέρω ανάληψη ενωσιακών πρωτοβουλιών λαμβάνουν υπόψη θέματα πρόληψης και διαχείρισης των κινδύνων από φυσικές καταστροφές καθώς και το σχέδιο δράσης του Hyogo των Ηνωμένων Εθνών (2005-2015) της 22ας Ιανουαρίου 2005, στο οποίο τονίζεται η ανάγκη να τεθούν σε εφαρμογή διαδικασίες εκτίμησης των επιπτώσεων των κινδύνων φυσικών καταστροφών από μεγάλα έργα υποδομών.
(15)

Για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, χρειάζεται να αναληφθούν προληπτικές δράσεις για ορισμένα έργα τα οποία, λόγω της ευπάθειάς τους σε σοβαρά ατυχήματα, ή φυσικές καταστροφές, όπως πλημμύρες, άνοδος του επιπέδου της θάλασσας ή σεισμοί, είναι πιθανόν να έχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Για τέτοιου είδους έργα, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευπάθειά τους (έκθεση και προσαρμοστικότητα) σε σοβαρά ατυχήματα και/ή καταστροφές, ο κίνδυνος εμφάνισης των εν λόγω ατυχημάτων ή καταστροφών και οι συνέπειες όσον αφορά την πιθανότητα σοβαρών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον. Για να αποφευχθούν επικαλύψεις, θα πρέπει να μπορούν να αξιοποιηθούν οι σχετικές πληροφορίες που διατίθενται και λαμβάνονται μέσω εκτιμήσεων κινδύνου που διενεργούνται κατά τη νομοθεσία της Ένωσης, όπως η οδηγία 2012/18/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) και η οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου (14), ή μέσω σχετικών εκτιμήσεων που διενεργούνται κατά την εθνική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.
(16)

Δεδομένης της σημασίας της προστασίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπου περιλαμβάνονται και οι ιστορικές τοποθεσίες στον αστικό χώρο, και του φυσικού τοπίου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής πολυμορφίας που η Ένωση έχει δεσμευθεί να σέβεται και να προάγει κατά το άρθρο 167 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν οι ορισμοί και οι αρχές που έχουν αναπτυχθεί σε σχετικές συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, και ιδίως στην Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της 6ης Μαΐου 1969, στην Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης της 3ης Οκτωβρίου 1985, στην Ευρωπαϊκή σύμβαση για το Φυσικό Τοπίο της 20ής Οκτωβρίου 2000 και στη σύμβαση-πλαίσιο για την Αξία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς για την Κοινωνία της 27ης Οκτωβρίου 2005. Για να διαφυλάσσεται καλύτερα η ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και το φυσικό τοπίο, έχει σημασία να αντιμετωπίζονται οι οπτικές επιπτώσεις των έργων, και συγκεκριμένα η αλλαγή της εμφάνισης ή της όψης του δομημένου ή του φυσικού τοπίου και των αστικών περιοχών, στις εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
(17)

Κατά την εφαρμογή της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, είναι αναγκαίο να εξασφαλισθεί έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, σύμφωνα με τους στόχους που τίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 2010 με τίτλο «Ευρώπη 2020 — Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη».
(18)

Για να ενισχυθεί η δημόσια πρόσβαση στις πληροφορίες και η διαφάνεια, θα πρέπει να διατίθεται, και σε ψηφιακή μορφή, επίκαιρη περιβαλλοντική πληροφόρηση όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν τουλάχιστον μια κεντρική διαδικτυακή πύλη ή σημεία πρόσβασης, σε κατάλληλο διοικητικό επίπεδο, που θα επιτρέπουν την εύκολη και αποτελεσματική πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες αυτές.
(19)

Η εμπειρία έχει δείξει ότι σε περιπτώσεις έργων, ή τμημάτων έργων, που εξυπηρετούν αμυντικούς σκοπούς, στα οποία περιλαμβάνονται και έργα που αφορούν δραστηριότητες των συμμαχικών δυνάμεων στην επικράτεια των κρατών μελών, σύμφωνα με διεθνείς δεσμεύσεις, η εφαρμογή της οδηγίας 2011/92/ΕΕ θα μπορούσε να καταλήξει στην κοινοποίηση σχετικών εμπιστευτικών πληροφοριών που ενδέχεται να υπονομεύσουν τους αμυντικούς σκοπούς. Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη που να παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να μην εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία σε αυτές τις περιπτώσεις, αν χρειάζεται.
(20)

Η πείρα έχει δείξει ότι, όσον αφορά έργα που έχουν ως μοναδικό σκοπό να αντιμετωπίσουν περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, η συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2011/92/ΕΕ ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις, μεταξύ άλλων και στο περιβάλλον, και, επομένως, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν την εν λόγω οδηγία σε αυτές τις περιπτώσεις αν χρειάζεται.
(21)

Τα κράτη μέλη διαθέτουν διάφορες επιλογές όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2011/92/ΕΕ όσον αφορά την ενσωμάτωση των εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων στις εθνικές διαδικασίες. Κατά συνέπεια, τα στοιχεία των εν λόγω εθνικών διαδικασιών ενδέχεται να ποικίλλουν. Ως εκ τούτου, το αιτιολογημένο συμπέρασμα βάσει του οποίου η αρμόδια αρχή ολοκληρώνει την εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου ενδέχεται να αποτελεί τμήμα ολοκληρωμένης διαδικασίας αδειοδότησης όσον αφορά την ανάπτυξη ή ενδέχεται να ενσωματώνεται σε άλλη δεσμευτική απόφαση η οποία απαιτείται για λόγους συμμόρφωσης στους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.
(22)

Για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, οι διαδικασίες προελέγχου και η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις του όλου έργου, καθώς και, όπου είναι σχετικό, του υπεδάφους και του υπόγειου τμήματός του κατά τα στάδια κατασκευής και λειτουργίας και, κατά περίπτωση, της κατεδάφισης.
(23)

Για την πλήρη εκτίμηση των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να διενεργεί ανάλυση, εξετάζοντας το περιεχόμενο των πληροφοριών που παρέχει ο κύριος του έργου και που λαμβάνονται μέσω διαβουλεύσεων και, αν χρειάζεται, συνεκτιμώντας και συμπληρωματικές πληροφορίες.
(24)

Στην περίπτωση έργων που εγκρίνονται με βάση συγκεκριμένη πράξη της εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας που αφορούν τη δημόσια διαβούλευση, μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.

(25)

Θα πρέπει να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα των αρμοδίων αρχών. Συγκρούσεις συμφερόντων θα μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να προληφθούν και μέσω λειτουργικού διαχωρισμού της αρμόδιας αρχής από τον κύριο του έργου. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή είναι και κύριος του έργου, τα κράτη μέλη θα πρέπει τουλάχιστον να προβαίνουν, στο πλαίσιο της οργάνωσης των διοικητικών αρμοδιοτήτων τους, στον κατάλληλο διαχωρισμό των αντικρουομένων λειτουργιών των εν λόγω αρχών που είναι επιφορτισμένες με τα καθήκοντα που απορρέουν από την οδηγία 2011/92/ΕΕ.
(26)

Για να μπορεί η αρμόδια αρχή να αποφασίσει εάν τα έργα, όπως παρατίθενται στο παράρτημα II της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, οι τροποποιήσεις ή οι επεκτάσεις τους πρόκειται να αποτελέσουν το αντικείμενο εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (διαδικασία προελέγχου), οι πληροφορίες που απαιτείται να υποβάλει ο κύριος του έργου θα πρέπει να εστιάζουν στα κύρια σημεία που επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να αποφασίσει. Οι αποφάσεις αυτές θα πρέπει να διατίθενται στο κοινό.
(27)

Η διαδικασία προελέγχου θα πρέπει να διασφαλίζει ότι εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων απαιτείται μόνο για έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
(28)

Τα κριτήρια επιλογής που καθορίζονται στο παράρτημα III της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη για να προσδιορίζουν ποια έργα πρέπει να υποβληθούν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων με βάση σημαντικές επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν και να διευκρινισθούν. Επί παραδείγματι, η εμπειρία έχει δείξει ότι έργα όπου χρησιμοποιούνται ή επηρεάζονται αρνητικά πολύτιμοι πόροι, έργα που προτείνονται σε περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές ή έργα με πιθανές επικίνδυνες ή μη αναστρέψιμες επιπτώσεις, συχνά είναι πιθανό να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
(29)

Οι αρμόδιες αρχές, όταν προσδιορίζουν κατά πόσον είναι πιθανόν να προκληθούν από ένα έργο σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, θα πρέπει να καθορίζουν ποια είναι τα πλέον συναφή κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι τυχόν διαθέσιμες πρόσθετες πληροφορίες που προέκυψαν από άλλες εκτιμήσεις με βάση την ενωσιακή νομοθεσία, ώστε να εφαρμόζεται αποτελεσματικά και με διαφάνεια η διαδικασία προελέγχου. Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της απόφασης προελέγχου, ιδίως όταν δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Επιπλέον, συνιστά ορθή διοικητική πρακτική να λαμβάνονται υπόψη αυθόρμητες παρατηρήσεις από άλλες πηγές, όπως μέλη του ευρέος κοινού ή δημόσιες αρχές, έστω και αν στη φάση προελέγχου δεν απαιτείται επίσημη διαβούλευση.
(30)

Για να βελτιωθεί η ποιότητα της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, να απλουστευθούν οι διαδικασίες και να βελτιστοποιηθεί η διαδικασία λήψης απόφασης, η αρμόδια αρχή θα πρέπει, εφόσον ζητηθεί από τον κύριο του έργου, να εκδώσει γνωμοδότηση σχετικά με το εύρος και το επίπεδο λεπτομέρειας της περιβαλλοντικής πληροφορίας που υποβάλλεται με τη μορφή μιας μελέτης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων («πεδίο πληροφορίας»).
(31)

Η έκθεση εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων του κυρίου του έργου για το έργο θα πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή εύλογων εναλλακτικών λύσεων που έχει εξετάσει ο κύριος του έργου και οι οποίες αναφέρονται στο εν λόγω έργο, καθώς και, εφόσον χρειάζεται, περιγραφή της ενδεχόμενης εξέλιξης της παρούσας κατάστασης του περιβάλλοντος χωρίς την υλοποίηση του έργου (βασικό σενάριο), ως μέσο ποιοτικής βελτίωσης της διαδικασίας εκτίμησης και ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών παραγόντων σε πρώιμο στάδιο του σχεδιασμού του έργου.
(32)

Τα δεδομένα και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται από τον κύριο του έργου στη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με το παράρτημα IV της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, θα πρέπει να είναι πλήρη και επαρκούς ποιότητας. Για να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις εκτιμήσεων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον υπάρχουν και διατίθενται, τα αποτελέσματα άλλων εκτιμήσεων που διενεργούνται κατά την ενωσιακή νομοθεσία, όπως η οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) ή η οδηγία 2009/71/Ευρατόμ, ή κατά την εθνική νομοθεσία.
(33)

Οι ειδικοί οι επιφορτισμένοι με την εκπόνηση μελετών εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να διαθέτουν προσόντα και ικανότητες. Απαιτείται επαρκής εμπειρογνωμοσύνη στον αντίστοιχο τομέα του εν λόγω έργου με σκοπό την αξιολόγησή του από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διασφαλιστεί η πληρότητα και το υψηλό επίπεδο ποιότητας των παρεχόμενων από τον κύριο του έργου πληροφοριών.
(34)

Για να εξασφαλισθεί διαφάνεια και απόδοση ευθυνών, θα πρέπει να απαιτείται η αιτιολόγηση από την αρμόδια αρχή της απόφασή της για τη χορήγηση άδειας ενός έργου, επισημαίνοντας ότι έλαβε υπόψη της τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που πραγματοποιήθηκαν και τις πληροφορίες που έχουν συλλεγεί.
(35)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την εφαρμογή μέτρων μετριασμού και αντιστάθμισης όσον αφορά τις σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία του έργου, καθώς και τη θέσπιση των κατάλληλων διαδικασιών για την παρακολούθηση των επιπτώσεων, μεταξύ άλλων, για τον προσδιορισμό των απρόβλεπτων σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων ώστε να αναλαμβάνεται κατάλληλη αντισταθμιστική δράση. Η παρακολούθηση δεν θα πρέπει να αλληλεπικαλύπτει την παρακολούθηση που απαιτείται με βάση ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας, ή εθνικό νομοθέτημα ή να είναι επιπρόσθετη αυτής.

(36)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα διάφορα στάδια της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων διενεργούνται εντός εύλογης χρονικής περιόδου, αναλόγως της φύσης, της πολυπλοκότητας, της θέσης και του μεγέθους του έργου, ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η λήψη αποφάσεων και να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου. Τα χρονοδιαγράμματα αυτά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να διακυβεύουν τα υψηλά πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος, και ιδίως εκείνα που απορρέουν από ενωσιακά νομοθετήματα για το περιβάλλον πλην της παρούσας οδηγίας, ή την αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού και την προσφυγή στη δικαιοσύνη.
(37)

Για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των εκτιμήσεων, να μειωθεί η διοικητική πολυπλοκότητα και να αυξηθεί η οικονομική απόδοση, όταν η υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης που αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα προκύπτει ταυτόχρονα από την παρούσα οδηγία και την οδηγία 92/43/ΕΟΚ και/ή την οδηγία 2009/147/ΕΚ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν συντονισμένες και/ή κοινές διαδικασίες για την εκπλήρωση των απαιτήσεων των εν λόγω οδηγιών, κατά περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα οργανωτικά χαρακτηριστικά τους. Όταν η υποχρέωση διενέργειας εκτιμήσεων σχετικά με περιβαλλοντικά ζητήματα απορρέει ταυτόχρονα από την παρούσα οδηγία και από άλλη ενωσιακή νομοθεσία, όπως η οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), η οδηγία 2001/42/ΕΚ, η οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), η οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) και η οδηγία 2012/18/ΕΕ τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν συντονισμένες και/ή κοινές διαδικασίες για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας. Στις περιπτώσεις που θεσπίζονται συντονισμένες ή κοινές διαδικασίες, τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν μια αρχή αρμόδια για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων. Λαμβάνοντας υπόψη τις θεσμικές δομές τους, τα μέλη θα πρέπει να μπορούν, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, να ορίσουν περισσότερες από μια αρχές.
(38)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατυπώσουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίσουν το είδος ή τη μορφή των κυρώσεων αυτών. Οι προβλεπόμενες ποινές θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
(39)

Σύμφωνα με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας και για να διασφαλιστεί η όσο το δυνατόν ηπιότερη μετάβαση από το υφιστάμενο καθεστώς που ορίζει η οδηγία 2011/92/ΕΕ στο νέο καθεστώς που θα προκύψει από τις τροποποιήσεις που επέρχονται διά της παρούσας οδηγίας, κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν μεταβατικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το ρυθμιστικό περιβάλλον που αφορά την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν θα μεταβληθεί, σε σχέση με κάποιον συγκεκριμένο κύριο έργου, εφόσον έχουν ήδη ξεκινήσει κάποια διαδικαστικά βήματα στο πλαίσιο του υφιστάμενου καθεστώτος, ενώ δεν έχει ακόμη χορηγηθεί άδεια υλοποίησης ή άλλη δεσμευτική απόφαση που απαιτείται προς συμμόρφωση με τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, δεν έχει ληφθεί. Αντίστοιχα, οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2011/92/ΕΕ πριν από την τροποποίηση της από την παρούσα οδηγία θα εφαρμόζονται σε έργα για τα οποία έχει ξεκινήσει η διαδικασία προελέγχου, έχει ξεκινήσει διαδικασία προσδιορισμού πεδίου πληροφορίας (εφόσον αυτό ζητήθηκε από τον κύριο του έργου ή απαιτήθηκε από την αρμόδια αρχή) ή η μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων υποβάλλεται πριν από τη λήξη προθεσμία ενσωμάτωσης.
(40)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (19), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.
(41)

Επειδή ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι να εξασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, με την καθιέρωση ελάχιστων απαιτήσεων για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω του πεδίου εφαρμογής της, της σοβαρότητας και της διασυνοριακής φύσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπισθούν, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.
(42)

Συνεπώς, η οδηγία 2011/92/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η οδηγία 2011/92/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:
1)

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:
α)

Στην παράγραφο 2, προστίθεται ο ακόλουθος ορισμός:
«ζ)

“εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων”: νοείται η διαδικασία που συνίσταται:
i)

στην εκπόνηση μελέτης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων εκ μέρους του κυρίου του έργου, κατά το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2·
ii)

στη διενέργεια διαβουλεύσεων, κατά το άρθρο 6 και, κατά περίπτωση, το άρθρο 7·

iii)

στην αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και κάθε συμπληρωματική πληροφορία που παρέχεται, όπου απαιτείται, από τον κύριο του έργου, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 3, καθώς και κάθε σχετική πληροφορία που λαμβάνεται μέσω διαβουλεύσεων κατά τα άρθρα 6 και 7·

iv)

στο αιτιολογημένο συμπέρασμα της αρμόδιας αρχής σχετικά με τις σημαντικές επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της κατά το σημείο iii) αξιολόγησης και, όπου ενδείκνυται, τη δική της συμπληρωματική αξιολόγηση· και

v)

στην ενσωμάτωση του αιτιολογημένου συμπεράσματος της αρμόδιας αρχής σε οιαδήποτε από τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8α.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, κατά περίπτωση εάν αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, να μην εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία για έργα ή τμήματα έργων, που εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς άμυνας ή έργα που εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών πολιτικής προστασίας, εφόσον κρίνουν ότι η εφαρμογή της οδηγίας θα έχει δυσμενή επίπτωση στους σκοπούς αυτούς.»·

γ)

η παράγραφος 4 διαγράφεται.

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 έως 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι πριν χορηγηθεί άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, υπόκεινται σε υποχρέωση αδειοδότησης και εκτίμησης των επιπτώσεων τους. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.

2.   Η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων μπορεί να εντάσσεται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο υφιστάμενων διαδικασιών αδειοδότησης για έργα ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στα πλαίσια άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπισθούν για την εκπλήρωση των στόχων της παρούσας οδηγίας.

3.   Στην περίπτωση έργων για τα οποία προκύπτει ταυτόχρονα υποχρέωση διενέργειας εκτιμήσεων των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον από την παρούσα οδηγία και από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (20) και/ή από την οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21), όπου ενδείκνυται, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τις δέουσες συντονισμένες και/ή κοινές διαδικασίες για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της εν λόγω ενωσιακής νομοθεσίας.

Στην περίπτωση έργων, για τα οποία η υποχρέωση διενέργειας εκτιμήσεων των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον προκύπτει ταυτόχρονα από την παρούσα οδηγία και άλλο ενωσιακό νομοθέτημα πέραν των οδηγιών που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν συντονισμένες και/ή κοινές διαδικασίες.

Κατά τη συντονισμένη διαδικασία του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, τα κράτη μέλη προσπαθούν να συντονίσουν τις διάφορες μεμονωμένες εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός συγκεκριμένου έργου που απαιτούνται βάσει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας ορίζοντας προς τούτο μια αρχή, με την επιφύλαξη τυχόν αντιθέτων διατάξεων άλλων σχετικών ενωσιακών νομοθετημάτων.

Κατά την κοινή διαδικασία του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, τα κράτη μέλη προσπαθούν να υποβάλουν ενιαία εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός συγκεκριμένου έργου που απαιτείται βάσει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη τυχόν αντιθέτων διατάξεων άλλων σχετικών ενωσιακών νομοθετημάτων.

Η Επιτροπή παρέχει κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τη θέσπιση όλων των συντονισμένων ή κοινών διαδικασιών για έργα που υπάγονται ταυτόχρονα σε εκτιμήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας και των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ, 2000/60/ΕΚ, 2009/147/ΕΚ ή 2010/75/ΕΕ.

β)

στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, τα κράτη μέλη δύνανται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να εξαιρούν συγκεκριμένο έργο από τις διατάξεις που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, εφόσον η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων θα επηρέαζε αρνητικά τον σκοπό του έργου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι στόχοι της παρούσας οδηγίας.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, στις περιπτώσεις στις οποίες ένα έργο εγκρίνεται με συγκεκριμένη πράξη εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν το συγκεκριμένο έργο από τις διατάξεις που αφορούν τη δημόσια διαβούλευση που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι στόχοι της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε περίπτωση εφαρμογής της εξαίρεσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο κάθε δύο έτη από τις 16 Μαΐου 2017.».

3)

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

1.   Στην εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζονται, περιγράφονται και αξιολογούνται δεόντως, με βάση κάθε μεμονωμένη περίπτωση, οι άμεσες και έμμεσες σημαντικές επιπτώσεις ενός έργου:
α)

στον πληθυσμό και την ανθρώπινη υγεία·
β)

στη βιοποικιλότητα, και ιδίως τα προστατευόμενα είδη και ενδιαιτήματα με βάση την οδηγία 92/43/ΕΟΚ και την οδηγία 2009/147/ΕΚ·

γ)

στο έδαφος, τα ύδατα, τον αέρα και το κλίμα·

δ)

στα υλικά αγαθά, την πολιτιστική κληρονομιά και το φυσικό τοπίο·

ε)

στην αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ).

2.   Οι κατά την παράγραφο 1 επιπτώσεις ενός έργου επί των παραγόντων που ορίζει περιλαμβάνουν τις αναμενόμενες επιπτώσεις που απορρέουν από την ευπάθεια του έργου σε κινδύνους σοβαρών ατυχημάτων και/ή καταστροφών που αφορούν το εν λόγω έργο.».

4)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν διενεργείται κατά περίπτωση εξέταση ή καθορίζονται κατώτατα όρια ή κριτήρια για τους σκοπούς της παραγράφου 2, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά κριτήρια επιλογής που ορίζονται στο παράρτημα III. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζουν πότε τα έργα δεν οφείλουν να υπόκεινται στην απόφαση με βάση τις παραγράφους 4 και 5 ή σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και/ή κατώτατα όρια ή κριτήρια που καθορίζουν πότε τα έργα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υπόκεινται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων χωρίς να υπόκεινται στην απόφαση που ορίζεται στις παραγράφους 4 και 5.

4.   Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη αποφασίσουν να απαιτήσουν απόφαση για έργα αναφερόμενα στο παράρτημα II, ο κύριος του έργου παρέχει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του έργου και τον δυνητικό σημαντικό αντίκτυπό του στο περιβάλλον. Λεπτομερής κατάλογος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται καθορίζεται στο παράρτημα IIA. Ο κύριος του έργου λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τα διαθέσιμα αποτελέσματα άλλων σχετικών εκτιμήσεων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν με βάση ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας. Ο κύριος του έργου δύναται επίσης να παράσχει περιγραφή τυχόν χαρακτηριστικών του έργου και/ή μέτρων που προβλέπονται για να αποτραπούν ή να προληφθούν επιπτώσεις που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς για το περιβάλλον.»·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5.   Η αρμόδια αρχή λαμβάνει την απόφασή της με βάση τις πληροφορίες που παρείχε ο κύριος του έργου κατά την παράγραφο 4, συνεκτιμώντας τα τυχόν αποτελέσματα προκαταρκτικών ελέγχων ή εκτιμήσεων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργήθηκαν σύμφωνα με ενωσιακό νομοθέτημα πλην της παρούσης οδηγίας. Η απόφαση διατίθεται στο κοινό και:
α)

εφόσον αποφασιστεί ότι απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους απαιτείται τέτοιου είδους εκτίμηση, με αναφορά στα σχετικά κριτήρια που καταγράφονται στο παράρτημα III· ή

β)

εφόσον αποφασιστεί ότι δεν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν απαιτείται τέτοιου είδους εκτίμηση, με αναφορά στα σχετικά κριτήρια που καταγράφονται στο παράρτημα III και, εφόσον προτείνεται από τον κύριο του έργου, παραθέτει τα χαρακτηριστικά του έργου και/ή τα μέτρα που προβλέπονται για να αποτραπεί ή να προληφθεί επιπτώσεις που σε άλλη περίπτωση θα ήταν σημαντικές και δυσμενείς στο περιβάλλον.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή αποφασίζει το ταχύτερο δυνατόν και εντός μεγίστης προθεσμίας 90 ημερών από την εκ μέρους του κυρίου του έργου υποβολή όλων των απαιτουμένων πληροφοριών κατά την παράγραφο 4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που εξαρτώνται επί παραδείγματι, από τη φύση, την πολυπλοκότητα, τη θέση ή το μέγεθος του έργου, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία για να αποφασίσει· στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει εγγράφως τον κύριο του έργου για τους λόγους παράτασης της προθεσμίας και για την αναμενόμενη ημερομηνία έκδοσης της απόφασής της.».

5)

Στο άρθρο 5, οι παράγραφοι 1 έως 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ο κύριος του έργου εκπονεί και υποβάλλει μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οι πληροφορίες τις οποίες παρέχει ο κύριος του έργου περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
α)

περιγραφή του έργου όπου περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία, τον σχεδιασμό, το μέγεθος και άλλα σχετικά χαρακτηριστικά του έργου·
β)

περιγραφή των πιθανών σημαντικών επιπτώσεων που το προτεινόμενο έργο ενδέχεται να προκαλέσει στο περιβάλλον·

γ)

περιγραφή των χαρακτηριστικών και/ή μέτρων που προτείνονται για την αποτροπή, την πρόληψη, τον μετριασμό και, ει δυνατόν, την αντιστάθμιση τυχόν σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον·

δ)

περιγραφή εύλογων εναλλακτικών λύσεων που μπορούν να εξεταστούν από τον κύριο του έργου, οι οποίες είναι σχετικές με το έργο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και αναφορά των βασικών επιχειρημάτων για την επιλεγείσα εκδοχή, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον·

ε)

μη τεχνική περίληψη των πληροφοριών που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) και

στ)

κάθε συμπληρωματική πληροφορία που καθορίζεται στο παράρτημα IV και αφορά τα ειδικά χαρακτηριστικά ενός έργου ή τύπου έργου και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που ενδέχεται να επηρεασθούν.

Εφόσον έχει εκδοθεί γνωμοδότηση κατά την παράγραφο 2, η μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων βασίζεται στην εν λόγω γνωμοδότηση και περιέχει τις πληροφορίες που ευλόγως ενδέχεται να απαιτούνται για τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης σχετικά με τον σημαντικό αντίκτυπο του έργου στο περιβάλλον, λαμβανομένων υπόψη των γνώσεων και των μεθόδων εκτίμησης που υπάρχουν. Για να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις εκτιμήσεων, κατά την εκπόνηση της μελέτης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ο κύριος του έργου λαμβάνει υπόψη τα διαθέσιμα αποτελέσματα άλλων σχετικών εκτιμήσεων στο πλαίσιο της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας.

2.   Εφόσον ζητηθεί από τον κύριο του έργου, η αρμόδια αρχή, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου, ιδίως όσον αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του έργου, συμπεριλαμβανομένης της θέσης και της τεχνικής δυνατότητας, και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του στο περιβάλλον, γνωμοδοτεί σχετικά με το εύρος και το επίπεδο λεπτομέρειας των πληροφοριών που πρέπει να συμπεριλάβει ο κύριος του έργου στη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η αρμόδια αρχή ζητά τη γνώμη των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, πριν γνωμοδοτήσει.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να γνωμοδοτήσουν όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ανεξαρτήτως του κατά πόσον το έχει ζητήσει ο κύριος του έργου.

3.   Για να εξασφαλισθεί η πληρότητα και ποιότητα των μελετών εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων:
α)

ο κύριος του έργου εξασφαλίζει ότι η μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων συντάσσεται από ικανούς ειδικούς·

β)

η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι διαθέτει ή, κατά περίπτωση έχει πρόσβαση σε επαρκή εμπειρογνωμοσύνη για την αξιολόγηση της μελέτης εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων· και

γ)

όπου απαιτείται, η αρμόδια αρχή ζητά από τον κύριο του έργου συμπληρωματικές πληροφορίες, κατά το παράρτημα IV, οι οποίες αφορούν άμεσα στη διαμόρφωση αιτιολογημένου συμπεράσματος σχετικά με τις σημαντικές επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον.».

6)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρχές τις οποίες ενδέχεται να αφορά το έργο, λόγω της ειδικής τους αρμοδιότητας επί θεμάτων περιβάλλοντος ή λόγω τοπικής και περιφερειακής αρμοδιότητας, έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους για τις πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου και για την αίτηση χορήγησης άδειας, λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον χρειάζεται, τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφος 3. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη, εν γένει ή κατά περίπτωση. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται κατά το άρθρο 5 διαβιβάζονται στις αρχές αυτές. Η λεπτομερής διαδικασία γνωμοδότησης καθορίζεται από τα κράτη μέλη.»·

β)

στην παράγραφο 2, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συμμετοχή του ενδιαφερομένου κοινού στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, το κοινό ενημερώνεται μέσω διαδικτύου και με δημόσιες ανακοινώσεις ή με άλλα πρόσφορα μέσα σχετικά με τα κάτωθι ζητήματα, εγκαίρως όσον αφορά τις διαδικασίες λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και, το αργότερο, μόλις οι πληροφορίες μπορούν να παρασχεθούν ευλόγως:»·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Οι αναλυτικές ρυθμίσεις για την ενημέρωση του κοινού (παραδείγματος χάριν, με τοιχοκόλληση σε ορισμένη ακτίνα ή δημοσίευση στις τοπικές εφημερίδες) και για τη διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό (παραδείγματος χάριν, με την υποβολή γραπτών προτάσεων ή τη διενέργεια δημοσκοπήσεων) καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν τη διάθεση των σχετικών πληροφοριών σε ψηφιακή μορφή μέσω, τουλάχιστον, μιας κεντρικής διαδικτυακής πύλης ή εύκολα προσπελάσιμων σημείων πρόσβασης, στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο.»·

δ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Προβλέπονται εύλογα χρονοδιαγράμματα για τα διάφορα στάδια, επαρκούς διάρκειας για:

α)

την ενημέρωση των αρχών της παραγράφου 1 και του κοινού, και

β)

τις αρχές της παραγράφου 1 και το ενδιαφερόμενο κοινό ώστε να προετοιμασθούν και να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στη λήψη περιβαλλοντικής απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.»·

ε)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Τα χρονοδιαγράμματα διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό για τη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 είναι ελάχιστης διάρκειας 30 ημερών.».

7)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4, αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πραγματοποιούν διαβουλεύσεις σχετικά, μεταξύ άλλων, με τις ενδεχόμενες διασυνοριακές επιπτώσεις του έργου και τα μέτρα μείωσης ή εξάλειψής τους και συμφωνούν εύλογη προθεσμία διαβουλεύσεων.

Οι διαβουλεύσεις αυτές μπορούν να διενεργούνται μέσω κατάλληλου κοινού οργάνου.»·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Οι λεπτομερείς ρυθμίσεις για την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και τα χρονοδιαγράμματα για τις διαβουλεύσεις, καθορίζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, με βάση τις ρυθμίσεις και τα χρονοδιαγράμματα κατά το άρθρο 6 παράγραφοι 5 έως 7, και διαμορφώνονται κατά τρόπο ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους να είναι σε θέση να συμμετάσχει αποτελεσματικά στις διαδικασίες λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων κατά το άρθρο 2 παράγραφος 2 για το έργο.».

8)

Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει των άρθρων 5 έως 7 λαμβάνονται δεόντως υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης.».

9)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 8α

1.   Η απόφαση χορήγησης άδειας περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

το αιτιολογημένο συμπέρασμα του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iv)·

β)

τους περιβαλλοντικούς όρους που τίθενται στην απόφαση, περιγραφή των χαρακτηριστικών του έργου και/ή των μέτρων που προβλέπονται για να αποφευχθούν ή να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντισταθμισθούν τυχόν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς και τα μέτρα παρακολούθησης, όπως ενδείκνυται.

2.   Η απόφαση για άρνηση χορήγησης άδειας αναφέρει τους βασικούς λόγους της άρνησης.

3.   Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη προσφεύγουν στις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 για λόγους άλλους από τις διαδικασίες αδειοδότησης, οι απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση, θεωρούνται ότι πληρούνται όταν οιαδήποτε απόφαση που λαμβάνεται στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους και υφίστανται μηχανισμοί που παρέχουν τη δυνατότητα εκπλήρωσης των απαιτήσεων που ορίζει η παράγραφος 6 του παρόντος άρθρου.

4.   Σύμφωνα με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα χαρακτηριστικά του έργου και/ή τα μέτρα που προβλέπονται για να αποτραπούν, να αποφευχθούν, να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντισταθμισθούν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, εφαρμόζονται από τον κύριο του έργου, και καθορίζουν τις διαδικασίες που αφορούν την παρακολούθηση των σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον.

Το είδος των υπό παρακολούθηση παραμέτρων και η διάρκεια παρακολούθησης ανταποκρίνονται στη φύση, τη χωροθέτηση και το μέγεθος του έργου και στη σοβαρότητα των επιπτώσεων στο περιβάλλον.

Επιτρέπεται, κατά περίπτωση, η χρήση υφιστάμενων ρυθμίσεων παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από ενωσιακό νομοθέτημα, πλην της παρούσης οδηγίας, και από εθνικό νομοθέτημα, με σκοπό την αποφυγή αλληλεπικαλύψεων στην παρακολούθηση.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή λαμβάνει οιαδήποτε απόφαση αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

6.   Η αρμόδια αρχή βεβαιώνεται ότι το αιτιολογημένο συμπέρασμα του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iv), ή οιαδήποτε από τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, εξακολουθούν να ισχύουν όταν αποφασίζει να χορηγήσει άδεια. Προς τούτο, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν χρονοδιαγράμματα όσον αφορά την ισχύ του αιτιολογημένου συμπεράσματος κατ' άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iv) ή σε οιαδήποτε από τις αποφάσεις κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.».

10)

Στο άρθρο 9, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εφόσον έχει ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση ή απόρριψη αδείας, η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν πάραυτα το κοινό και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, κατά τις εθνικές διαδικασίες, και εξασφαλίζουν ότι οι κάτωθι πληροφορίες τίθενται στη διάθεση του κοινού και των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφος 3:

α)

το περιεχόμενο της απόφασης και τους όρους που ενδεχομένως τη συνοδεύουν όπως αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφοι 1 και 2·
β)

τους κύριους λόγους και το σκεπτικό στα οποία βασίστηκε η απόφαση, καθώς και πληροφορίες για τη διαδικασία συμμετοχής του κοινού. Σε αυτό περιλαμβάνεται επίσης η περίληψη των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τα άρθρα 5 έως 7, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τα εν λόγω αποτελέσματα ενσωματώθηκαν ή έτυχαν διαφορετικού χειρισμού, και ιδίως οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν από το πληττόμενο κράτος μέλος του άρθρου 7.».

11)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 9α

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, δεν βρίσκονται σε σύγκρουση συμφερόντων.
Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή είναι και κύριος του έργου, τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της οργάνωσης των διοικητικών αρμοδιοτήτων τους, προβαίνουν τουλάχιστον σε κατάλληλο διαχωρισμό των αντικρουόμενων λειτουργιών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.».

12)

Στο άρθρο 10, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2003/4/ΕΚ, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν επηρεάζουν την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών να τηρούν τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και η καθιερωμένη νομική πρακτική όσον αφορά το εμπορικό και βιομηχανικό απόρρητο, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας, και τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.».

13)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 10α

Τα κράτη μέλη διατυπώνουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι επιβαλλόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.».

14)

Στο άρθρο 12, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Συγκεκριμένα, κάθε έξι έτη από τις 16 Μαΐου 2017, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, εφόσον διατίθενται τέτοια στοιχεία, για:
α)

τον αριθμό έργων αναφερόμενων στα παραρτήματα I και II που υποβλήθηκαν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τα άρθρα 5 έως 10·
β)

την κατανομή των εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων ανάλογα με τις κατηγορίες των έργων που καθορίζονται στα παραρτήματα I και II·

γ)

τον αριθμό των αναφερόμενων στο παράρτημα II έργων που υποβλήθηκαν σε προσδιορισμό κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2·

δ)

τη μέση διάρκεια της διαδικασίας εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων·

ε)

γενικές εκτιμήσεις του μέσου άμεσου κόστους των εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπου περιλαμβάνονται και οι επιπτώσεις από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στις ΜΜΕ.».

15)

Τα παραρτήματα της οδηγίας 2011/92/ΕΕ τροποποιούνται όπως ορίζεται στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

1.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας έως τις 16 Μαΐου 2017.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

1.   Έργα για τα οποία η διαδικασία απόφασης του άρθρου 4 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ ξεκίνησε πριν από τις 16 Μαΐου 2017, υπόκεινται στις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, πριν από την τροποποίησή της από την παρούσα οδηγία.

2.   Τα έργα υπόκεινται στις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 και τα άρθρα 5 έως 11 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, πριν από την τροποποίησή της από την παρούσα οδηγία όταν, πριν από τις 16 Μαΐου 2017:

α)

η διαδικασία όσον αφορά τη γνωμοδότηση του άρθρου 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ έχει ξεκινήσει, ή

β)

οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ έχουν παρασχεθεί.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή μέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 16 Απριλίου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ



Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΫΡΚΟΥΛΑΣ






(1)  ΕΕ C 133 της 9.5.2013, σ. 33.

(2)  ΕΕ C 218 της 30.7.2013, σ. 42.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Απριλίου 2014.

(4)  Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 26 της 28.1.2012, σ. 1).

(5)  Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175 της 5.7.1985, σ. 40).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 347/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, την κατάργηση της απόφασης αριθ. 1364/2006/ΕΚ και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 713/2009, (ΕΚ) αριθ. 714/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 39).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1315/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, περί των προσανατολισμών της Ένωσης για την ανάπτυξη του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών και για την κατάργηση της απόφασης αριθ. 661/2010/ΕΕ (ΕΕ L 348 της 20.12.2013, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2013 για τη σύσταση της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 913/2010 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 680/2007 και (ΕΚ) αριθ. 67/2010 (ΕΕ L 348 της 20.12.2013, σ. 129).

(9)  Απόφαση 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλομορφία (ΕΕ L 309 της 13.12.1993, σ. 1).

(10)  Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ. 7).

(11)  Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7).

(12)  Οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66).

(13)  Οδηγία 2012/18/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες και για την τροποποίηση και στη συνέχεια την κατάργηση της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 197 της 24.7.2012, σ. 1).

(14)  Οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 172 της 2.7.2009, σ. 18).

(15)  Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197 της 21.7.2001, σ. 30).

(16)  Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).

(17)  Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).

(18)  Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17).

(19)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(20)  Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ. 7).

(21)  Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7).»·


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1.

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο παράρτημα:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II.A

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4

(ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΠΟΥ ΑΠΑΡΙΘΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II)

1.

Περιγραφή του έργου όπου περιλαμβάνεται ειδικότερα:

α)

περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών του όλου έργου και, εφόσον χρειάζεται, των εργασιών κατεδάφισής του·

β)

περιγραφή της χωροθέτησης του έργου, με ιδιαίτερη έμφαση στην περιβαλλοντική ευαισθησία των γεωγραφικών περιοχών που ενδέχεται να θιγούν.

2.

Περιγραφή των περιβαλλοντικών πτυχών που ενδέχεται να θιγούν σοβαρά από το έργο.

3.

Περιγραφή, στο μέτρο του δυνατού, πιθανών σημαντικών επιπτώσεων που το έργο ενδέχεται να προκαλέσει στο περιβάλλον από:

α)

τα αναμενόμενα κατάλοιπα και εκπομπές και την παραγωγή αποβλήτων, κατά περίπτωση·

β)

τη χρήση φυσικών πόρων, και ιδίως του εδάφους, της γης, των υδάτων και της βιοποικιλότητας.

4.

Κατά τη συγκέντρωση των πληροφοριών κατά τα σημεία 1 έως 3, λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, τα κριτήρια του παραρτήματος III.».



2.

Τα παραρτήματα III και IV αντικαθίστανται ως ακολούθως:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΟΥ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3

(ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΤΑ ΕΡΓΑ ΠΟΥ ΑΠΑΡΙΘΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ)

1.   Χαρακτηριστικά των έργων

Τα χαρακτηριστικά των έργων πρέπει να εξετάζονται, ιδίως, ως προς τα εξής:

α)

το μέγεθος και ο σχεδιασμός του όλου έργου·

β)

τη σώρευση με άλλα υφιστάμενα και/ή εγκεκριμένα έργα·

γ)

τη χρήση φυσικών πόρων, και ιδίως του εδάφους, της γης, των υδάτων και της βιοποικιλότητας·

δ)

την παραγωγή αποβλήτων·

ε)

τη ρύπανση και τις οχλήσεις·

στ)

τον κίνδυνο σοβαρών ατυχημάτων και/ή καταστροφών που σχετίζονται με το εν λόγω έργο, όπου περιλαμβάνονται και οι κίνδυνοι που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή, κατά την επιστημονική γνώση·

ζ)

τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία (για παράδειγμα λόγω μόλυνσης των υδάτων ή ατμοσφαιρικής ρύπανσης).

2.   Τοποθεσία των έργων

Εξετάζεται η περιβαλλοντική ευαισθησία των γεωγραφικών περιοχών που ενδέχεται να θιγούν από τα έργα, ιδίως ως προς:

α)

την υπάρχουσα και την εγκεκριμένη χρήση γης·

β)

τον αντίστοιχο πλούτο, διαθεσιμότητα, ποιότητα και αναγεννητική ικανότητα των φυσικών πόρων της περιοχής και του υπεδάφους της (συμπεριλαμβανομένων του εδάφους, της γης, των υδάτων και της βιοποικιλότητας)·

γ)

την ικανότητα απορρόφησης του φυσικού περιβάλλοντος, με ιδιαίτερη έμφαση στις ακόλουθες περιοχές:

i)

υγροτόπους, παραποτάμιες περιοχές, εκβολές ποταμών·

ii)

παράκτιες περιοχές και το θαλάσσιο περιβάλλον·

iii)

ορεινές και δασικές περιοχές·

iv)

προστατευόμενες φυσικές περιοχές και φυσικά πάρκα·

v)

διατηρητέες ή προστατευόμενες περιοχές βάσει της εθνικής νομοθεσίας· περιοχές Natura 2000 που έχουν καθορίσει τα κράτη μέλη βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και της οδηγίας 2009/147/ΕΚ·

vi)

περιοχές στις οποίες έχει ήδη υπάρξει αστοχία στην τήρηση των προτύπων περιβαλλοντικής ποιότητας που καθορίζονται από τη νομοθεσία της Ένωσης και σχετίζονται με το έργο, ή στις οποίες θεωρείται ότι υπήρξε τέτοια αστοχία·

vii)

πυκνοκατοικημένες περιοχές·

viii)

τοπία και τοποθεσίες ιστορικής, πολιτιστικής ή αρχαιολογικής σημασίας.

3.   Τύπος και χαρακτηριστικά των ενδεχόμενων επιπτώσεων

Οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις έργων στο περιβάλλον πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με τα κριτήρια που καθορίζονται στα σημεία 1 και 2 του παρόντος παραρτήματος, ως προς τον αντίκτυπο του έργου στους παράγοντες που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 λαμβάνοντας υπόψη:

α)

το μέγεθος και τη χωρική έκταση των επιπτώσεων (για παράδειγμα τη γεωγραφική περιοχή και το μέγεθος του πληθυσμού που ενδέχεται να θιγούν)·

β)

τη φύση των επιπτώσεων·

γ)

τον διασυνοριακό χαρακτήρα των επιπτώσεων·

δ)

την ένταση και την πολυπλοκότητα των επιπτώσεων·

ε)

την πιθανότητα των επιπτώσεων·

στ)

την αναμενόμενη έναρξη, τη χρονική διάρκεια, τη συχνότητα και την αναστρεψιμότητα των επιπτώσεων·

ζ)

τη σώρευση των επιπτώσεων με τις επιπτώσεις άλλων υφιστάμενων και/ή εγκεκριμένων έργων·

η)

τη δυνατότητα αποτελεσματικής μείωσης των επιπτώσεων.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

(πληροφορίες σχετικά με τη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων)

1.

Περιγραφή του έργου όπου περιλαμβάνεται ειδικότερα:

α)

περιγραφή της χωροθέτησης του έργου·

β)

περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών του όλου έργου, καθώς και, εφόσον χρειάζεται, των αναγκαίων εργασιών κατεδάφισης, και των απαιτήσεων για τη χρήση γης κατά τα στάδια κατασκευής και λειτουργίας του·

γ)

περιγραφή των κυριότερων χαρακτηριστικών της επιχειρησιακής φάσης του έργου (ιδίως της μεθόδου κατασκευής), όπως ενεργειακή ζήτηση και χρησιμοποιούμενη ενέργεια, φύση και ποσότητα των χρησιμοποιούμενων υλικών, ενέργειας και φυσικών πόρων (συμπεριλαμβανομένων των υδάτων, της γης, του εδάφους και της βιοποικιλότητας)·

δ)

εκτίμηση, ανά τύπο και ποσότητα, καταλοίπων και εκπομπών (όπως ρύπανση του νερού, του ατμοσφαιρικού αέρα, του εδάφους και του υπεδάφους, θόρυβος, δονήσεις, φως, θερμότητα, ακτινοβολία κ.λπ.) και ποσότητες και τύποι των παραγόμενων αποβλήτων κατά τις φάσεις κατασκευής και λειτουργίας.

2.

Περιγραφή εύλογων εναλλακτικών επιλογών (για παράδειγμα ως προς τη μελέτη του έργου, την τεχνολογία, τη χωροθέτηση, το μέγεθος και την κλίμακά του) που έχει μελετήσει ο κύριος του έργου, που σχετίζονται με το προτεινόμενο έργο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, και επισήμανση των κυρίων λόγων για την επιλογή που έγινε, όπου περιλαμβάνεται και σύγκριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

3.

Περιγραφή των σχετικών πτυχών της τρέχουσας κατάστασης του περιβάλλοντος (βασικό σενάριο) και περίγραμμα της πιθανής εξέλιξής της εάν δεν υλοποιηθεί το έργο στον βαθμό που, με εύλογη προσπάθεια, είναι δυνατόν να εκτιμηθούν οι φυσικές αλλαγές από το βασικό σενάριο, με βάση τη διαθεσιμότητα περιβαλλοντικών πληροφοριών και επιστημονικής γνώσης.

4.

Περιγραφή των παραγόντων που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το έργο: ο πληθυσμός, η ανθρώπινη υγεία, η βιοποικιλότητα (επί παραδείγματι η χλωρίδα και η πανίδα), η γη (επί παραδείγματι κατάληψη εδαφών), το έδαφος (επί παραδείγματι οργανική ύλη, διάβρωση, συμπύκνωση και σφράγιση), τα ύδατα (επί παραδείγματι υδρομορφολογικές αλλαγές, ποσότητα και ποιότητα), ο αέρας, το κλίμα (επί παραδείγματι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, οποιαδήποτε επίπτωση σχετική με την προσαρμογή), τα υλικά περιουσιακά στοιχεία, η πολιτιστική κληρονομιά, συμπεριλαμβανομένων αρχιτεκτονικών και αρχαιολογικών πτυχών και το φυσικό τοπίο.

5.

Περιγραφή των πιθανών σημαντικών επιπτώσεων που το έργο ενδέχεται να προκαλέσει στο περιβάλλον, μεταξύ άλλων, από:

α)

την κατασκευή και την ύπαρξη του έργου, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των εργασιών κατεδάφισης·

β)

τη χρήση φυσικών πόρων, ιδίως της γης, του εδάφους, των υδάτων και της βιοποικιλότητας, ανάλογα με τη βιώσιμη διαθεσιμότητα αυτών των πόρων·

γ)

την εκπομπή ρύπων, θορύβου, δονήσεων, φωτός, θερμότητας, ακτινοβολίας, την πρόκληση οχλήσεων και τη διάθεση και ανάκτηση αποβλήτων·

δ)

τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, την πολιτιστική κληρονομιά ή το περιβάλλον (για παράδειγμα λόγω ατυχημάτων ή καταστροφών)·

ε)

τη σώρευση επιπτώσεων με άλλα υφιστάμενα και/ή εγκεκριμένα έργα, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε περιβαλλοντικής φύσεως προβλήματα που αφορούν τις περιοχές με ιδιαίτερη περιβαλλοντική σημασία που ενδέχεται να επηρεαστούν ή τη χρήση φυσικών πόρων·

στ)

τις επιπτώσεις του έργου στο κλίμα (για παράδειγμα φύση και μέγεθος των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου) και η ευπάθεια του έργου στην κλιματική αλλαγή.

ζ)

τις χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες και υλικά.

Η περιγραφή των ενδεχόμενων σημαντικών επιπτώσεων στους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 θα πρέπει να καλύπτει τις άμεσες και τις τυχόν έμμεσες, δευτερεύουσες, σωρευτικές, διασυνοριακές, βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες, μόνιμες και προσωρινές, θετικές και αρνητικές επιπτώσεις του έργου. Στην εν λόγω περιγραφή θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι περιβαλλοντικής προστασίας που έχουν τεθεί σε επίπεδο Ένωσης ή κρατών μελών, οι οποίοι σχετίζονται με το έργο.

6.

Η περιγραφή των μεθόδων πρόβλεψης ή τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό και την εκτίμηση των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπου περιλαμβάνονται και λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις δυσκολίες (για παράδειγμα τεχνικές αδυναμίες ή έλλειψη γνώσης) που αντιμετωπίζονται στη συγκέντρωση των απαιτούμενων πληροφοριών, καθώς και παρουσίαση των κύριων ενεχόμενων αβεβαιοτήτων.

7.

Περιγραφή των μέτρων που προτείνονται για την αποτροπή, την πρόληψη, τη μείωση και, ει δυνατόν, την αντιστάθμιση τυχόν εντοπισμένων σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον και, αναλόγως, τυχόν προτεινόμενων ρυθμίσεων παρακολούθησης (για παράδειγμα εκπόνηση εκ των υστέρων ανάλυσης του έργου). Στην εν λόγω περιγραφή θα πρέπει να εξηγείται η έκταση της αποτροπής, της μείωσης, της πρόληψης ή της αντιστάθμισης των σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και να καλύπτεται τόσο το στάδιο κατασκευής όσο και το στάδιο λειτουργίας του έργου.

8.

Περιγραφή των αναμενόμενων σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον, που απορρέουν από την ευαισθησία του έργου σε κινδύνους σοβαρών ατυχημάτων και/ή καταστροφών που σχετίζονται με το εν λόγω έργο. Για τον σκοπό αυτό, μπορούν να αξιοποιηθούν οι σχετικές πληροφορίες που διατίθενται και λαμβάνονται μέσω των εκτιμήσεων κινδύνου κατά την ενωσιακή νομοθεσία, όπως την οδηγία 2012/18/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) ή την οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου (2), ή σχετικές εκτιμήσεις που διενεργούνται κατά την εθνική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παρούσας οδηγίας. Αναλόγως, η περιγραφή αυτή πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα ετοιμότητας και αντιμετώπισης ή μετριασμού των σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων των συμβάντων αυτών στο περιβάλλον και λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την ετοιμότητα και την προτεινόμενη αντιμετώπιση τέτοιου είδους έκτακτων καταστάσεων.

9.

Μη τεχνική περίληψη των πληροφοριών που διαβιβάζονται βάσει των σημείων 1 έως 8.

10.

Κατάλογος αναφοράς στον οποίο αναφέρονται αναλυτικά οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για τις περιγραφές και τις εκτιμήσεις που περιελήφθησαν στη μελέτη.




(1)  Οδηγία 2012/18/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ L 197 της 24.7.2012, σ. 1).

(2)  Οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 172 της 2.7.2009, σ. 18).».





Εκτύπωση   Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο