FacebookTwitterGoogle BookmarksLinkedIn

ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ για τη διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |
Βρυξέλλες, 3.12.2008
COM(2008) 811 τελικό
ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ για τη διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση
{SEC(2008) 2936}
ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ για τη διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση
1. Εισαγωγη
Η οικονομική μεγέθυνση στην ΕΕ εξακολουθεί να συνοδεύεται από αυξανόμενους όγκους αποβλήτων, με αποτέλεσμα να προκαλούνται απώλεια υλικών και ενέργειας, περιβαλλοντικές ζημίες και αρνητικές συνέπειες στην υγεία και την ποιότητα ζωής. Στρατηγικός στόχος της ΕΕ είναι να περιορισθούν αυτές οι αρνητικές συνέπειες και η ΕΕ να μετατραπεί σε ενεργειακά αποδοτική «κοινωνία της ανακύκλωσης»[1].
Η διαχείριση των αποβλήτων διέπεται ήδη από μεγάλο όγκο κανονιστικών ρυθμίσεων, υπάρχουν όμως ακόμη δυνατότητες περαιτέρω βελτίωσης της διαχείρισης ορισμένων κύριων ροών αποβλήτων.

Ως βιολογικά απόβλητα νοούνται τα βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα κήπων και πάρκων, τα απορρίμματα τροφών και μαγειρείων νοικοκυριών, εστιατορίων, μονάδων εστίασης και καταστημάτων λιανικής πώλησης, και παρεμφερή απόβλητα εγκαταστάσεων επεξεργασίας τροφίμων. Στον ορισμό δεν περιλαμβάνονται τα δασικά ή γεωργικά κατάλοιπα, η κοπριά, η ιλύς επεξεργασίας λυμάτων ή άλλα βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα όπως οι φυσικές ίνες, το χαρτί ή το κατεξεργασμένο ξύλο. Εξαιρούνται επίσης τα παραπροϊόντα της παραγωγής τροφίμων που δεν μετατρέπονται ποτέ σε απόβλητα[2].
Υπολογίζεται ότι στην ΕΕ παράγονται ετησίως 76,5-102 εκατομμύρια τόνοι αποβλήτων από τρόφιμα και κήπους που περιέχονται σε ανάμεικτα αστικά απορρίμματα[3] και έως 37 εκατομμύρια τόνοι από τη βιομηχανία ειδών διατροφής και ποτών. Τα βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα είναι συνήθως υγρά απόβλητα που υφίστανται σήψη. Υπάρχουν δύο κύριες ροές τέτοιων αποβλήτων – τα πράσινα που προέρχονται από κήπους, πάρκα κ.α. και τα απόβλητα μαγειρείων. Tα πρώτα έχουν συνήθως 50-60% περιεκτικότητα σε νερό και περισσότερη ξυλώδη ουσία (λιγνοκυτταρίνη), ενώ τα δεύτερα δεν περιέχουν ξυλώδη ουσία αλλά νερό σε ποσοστό 80%.
Μεταξύ των λύσεων διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων, πέραν της πρόληψης στην πηγή τους, είναι η αποκομιδή (χωριστή ή μαζί με άλλα απόβλητα), η αναερόβια ζύμωση και η λιπασματοποίηση, η αποτέφρωση και η υγειονομική ταφή. Τα περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη των διαφόρων μεθόδων επεξεργασίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις κατά τόπους συνθήκες, όπως είναι η πυκνότητα πληθυσμού, οι υποδομές και το κλίμα, καθώς και από τις αγορές των αντίστοιχων προϊόντων (ενέργεια και προϊόντα λιπασματοποίησης).
Σήμερα, εφαρμόζονται πολύ διαφορετικές εθνικές πολιτικές διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων, οι οποίες κυμαίνονται από ελάχιστα μέτρα σε ορισμένα κράτη μέλη έως φιλόδοξες πολιτικές σε άλλα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και σε παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της πλήρους χρήσης προηγμένων τεχνικών διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων. Εκείνο που πρέπει να ερευνηθεί είναι κατά πόσον η ανάληψη δράσης σε εθνικό επίπεδο αρκεί για να εξασφαλισθεί ορθή διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων στην ΕΕ, ή εάν χρειάζεται ανάληψη δράσης σε επίπεδο Κοινότητας. Σκοπός της παρούσας Πράσινης Βίβλου είναι τεθούν υπό συζήτηση τα θέματα αυτά και να προετοιμασθεί το έδαφος για την επικείμενη εκτίμηση των επιπτώσεων, η οποία θα πραγματεύεται επίσης το θέμα της επικουρικότητας.
2 Στοιχοι της Πρασινησ Βιβλου
Η αναθεωρημένη οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα[4] προβλέπει ότι η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει εκτίμηση της διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων και θα υποβάλει πρόταση, εάν χρειασθεί.
Η διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων στην Κοινότητα έχει ήδη συζητηθεί με βάση δύο έγγραφα εργασίας που εξέδωσε η Επιτροπή μεταξύ 1999 και 2001. Έκτοτε, η κατάσταση άλλαξε ριζικά: προσχώρησαν 12 νέα κράτη μέλη στην ΕΕ με ειδικές πρακτικές διαχείρισης των αποβλήτων και για το λόγο αυτό πρέπει να εξετασθούν η τεχνολογική πρόοδος και τα νέα αποτελέσματα των ερευνών και να διαμορφωθούν νέες κατευθύνσεις (π.χ. στην πολιτική για το έδαφος και την ενέργεια).
Σκοπός της παρούσας Πράσινης Βίβλου είναι να διερευνηθούν λύσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη της διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων. Συνοψίζονται τα έως τώρα σημαντικά στοιχεία σχετικά με τις πολιτικές που ακολουθούνται για τη διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων και τα νέα πορίσματα των ερευνών στο συγκεκριμένο πεδίο, εκτίθενται τα κύρια θέματα προς συζήτηση και καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμβάλουν με τις γνώσεις και τις απόψεις τους σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι. Σκοπός είναι να προετοιμασθεί ο διάλογος για την πιθανή ανάγκη πολιτικής δράσης στο μέλλον, προς αναζήτηση απόψεων για τον τρόπο με τον οποίο θα βελτιωθεί η διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων με βάση την ιεράρχηση των αποβλήτων, τα ενδεχόμενα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη, καθώς και ποια είναι τα πλέον αποτελεσματικά πολιτικά μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού.
Είναι σαφές ότι υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες και αβεβαιότητες όσον αφορά τα δεδομένα σχετικών με λύσεις διαχείρισης των βιολογικών δεδομένων, οι οποίες περιγράφονται στο έγγραφο. Η Επιτροπή επιθυμεί επομένως να καλέσει τους ενδιαφερόμενους να προσκομίσουν όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, ώστε να διευκολυνθεί η αντίστοιχη εκτίμηση των επιπτώσεων των διαφόρων λύσεων διαχείρισης των βιολογικών δεδομένων.
3 Περιγραφη της καταστασησ στη διαχειριση των βιολογικων αποβλητων
3.1 . Υπάρχουσες τεχνικές
Τα συστήματα χωριστής αποκομιδής λειτουργούν με επιτυχία σε πολλές χώρες, και ιδίως η αποκομιδή των πράσινων αποβλήτων. Τα απορρίμματα των μαγειρείων συλλέγονται και υποβάλλονται σε επεξεργασία πιο συχνά μαζί με τα ανάμεικτα αστικά απορρίμματα. Ανάμεσα στα οφέλη της χωριστής αποκομιδής είναι ότι τα βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα δεν καταλήγουν στην υγειονομική ταφή, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η θερμογόνος αξία των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων που απομένουν και να παράγεται καθαρότερο κλάσμα βιολογικών αποβλήτων, το οποίο επιτρέπει την παραγωγή καλύτερης ποιότητας προϊόντος λιπασματοποίησης και διευκολύνει την παραγωγή βιοαερίου. Η χωριστή αποκομιδή βιολογικών αποβλήτων αναμένεται ότι θα διευκολύνει επίσης και άλλες μορφές ανακύκλωσης που πιθανόν θα εμφανισθούν στην αγορά στο εγγύς μέλλον (π.χ. παραγωγή χημικών ουσιών σε βιοδιυλιστήρια).
Η υγειονομική ταφή, αν και η χειρότερη λύση με βάση την ιεράρχηση των αποβλήτων, εξακολουθεί να είναι η πλέον χρησιμοποιούμενη μέθοδος διάθεσης των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων στην ΕΕ. Οι χώροι υγειονομικής ταφής πρέπει να κατασκευάζονται και να λειτουργούν σύμφωνα με την κοινοτική οδηγία για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων[5] (στεγανοποιημένα φράγματα, εξοπλισμός δέσμευσης μεθανίου), ώστε να αποφεύγονται οι ζημίες στο περιβάλλον από την παραγωγή μεθανίου και λυμάτων.
Αποτέφρωση: τα βιολογικά απόβλητα συνήθως καίονται όταν είναι αναμεμειγμένα με ανάμεικτα αστικά απόβλητα. Ανάλογα με την ενεργειακή της απόδοση,[6] η αποτέφρωση μπορεί να θεωρηθεί ως ενεργειακή ανάκτηση ή ως διάθεση. Επειδή η απόδοση της αποτέφρωσης είναι περιορισμένη λόγω των υγρών βιολογικών αποβλήτων, είναι σκόπιμο να αφαιρούνται αυτά από τα αστικά απόβλητα[7]. Από την άλλη πλευρά, τα βιολογικά απόβλητα που υποβάλλονται σε αποτέφρωση θεωρούνται ως ουδέτερα ως προς τον άνθρακα «ανανεώσιμα» καύσιμα υπό την έννοια της οδηγίας για την ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας[8] και της οδηγίας που προτείνεται για την προώθηση της χρήσης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας)[9].
Η βιολογική επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της λιπασματοποίησης και της αναερόβιας ζύμωσης) είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ανακύκλωση όταν το προϊόν λιπασματοποίησης (ή το προϊόν ζύμωσης) αναμειγνύεται με το χώμα ή όταν χρησιμοποιείται για την παραγωγή μέσων καλλιέργειας. Στην αντίθετη περίπτωση, πρέπει να χαρακτηρίζεται προεπεξεργασία πριν την υγειονομική ταφή ή την αποτέφρωση. Επιπλέον, η αναερόβια ζύμωση (για την παραγωγή ενέργειας) πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανάκτηση ενέργειας.
Η λιπασματοποίηση είναι η συνηθέστερη λύση βιολογικής επεξεργασίας (το 95% περίπου των συνήθων δραστηριοτήτων βιολογικής επεξεργασίας[10]). Αρμόζει περισσότερο για τα πράσινα απόβλητα και τα ξυλώδη υλικά. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι, από τις οποίες οι «κλειστές» είναι μεν οι πιο δαπανηρές αλλά απαιτούν λιγότερο χώρο και είναι ταχύτερες και αυστηρότερες από άποψη ελέγχου των εκπομπών που προέρχονται από τις αντίστοιχες διεργασίες (οσμές, βιοαερολύματα).
Η αναερόβια ζύμωση αρμόζει ειδικά για την επεξεργασία υγρών βιολογικών αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένου του λίπους (π.χ. απόβλητα μαγειρείων). Παράγει μείγμα αερίων (κυρίως μεθάνιο - 50 έως 75% - και διοξείδιο του άνθρακα) μέσα σε ελεγχόμενους αντιδραστήρες.
Το βιοαέριο μπορεί να περιορίσει τις εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων σε αξιοσημείωτο βαθμό, εάν χρησιμοποιηθεί ως βιοκαύσιμο στις μεταφορές ή εάν διοχετευθεί απευθείας στο δίκτυο διανομής αερίου. Η χρήση του ως βιοκαύσιμο μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων, με αποτέλεσμα το βιοαέριο να έχει καθαρό πλεονέκτημα έναντι άλλων μεταφορικών καυσίμων[11].
Tο υπόλειμμα της διεργασίας, τα προϊόντα ζύμωσης, μπορούν να λιπασματοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για παρεμφερείς σκοπούς με το προϊόν λιπασματοποίησης, βελτιώνοντας έτσι τη συνολική ανάκτηση πόρων από τα απόβλητα.
Στο παρόν έγγραφο, εφόσον δεν αναφέρεται διαφορετικά, με τον όρο «λίπασμα» νοείται τόσο το προϊόν λιπασματοποίησης που παράγεται απευθείας από τα βιολογικά απόβλητα όσο και το λιπασματοποιημένο προϊόν ζύμωσης.
Η μηχανική-βιολογική επεξεργασία συνίσταται σε τεχνικές που συνδυάζουν τη βιολογική επεξεργασία με τη μηχανική επεξεργασία (διαλογή). Στο παρόν έγγραφο, ο όρος αφορά μόνον την προεπεξεργασία των ανάμεικτων αποβλήτων με σκοπό την παραγωγή είτε σταθερότερου προϊόντος με προορισμό την υγειονομική ταφή είτε προϊόντος με βελτιωμένες ιδιότητες καύσης. Ωστόσο, η μηχανική-βιολογική επεξεργασία στην οποία χρησιμοποιείται αναερόβια ζύμωση παράγει βιοαέριο και, επομένως, μπορεί να είναι επίσης διαδικασία ανάκτησης ενέργειας. Τα καύσιμα απόβλητα που προκύπτουν από τη διεργασία μηχανική-βιολογική επεξεργασία είναι δυνατόν να υποβληθούν σε περαιτέρω αποτέφρωση λόγω του δυναμικού τους στην ανάκτηση ενέργειας.
3.2 . Τρέχουσα διαχείριση στα κράτη μέλη της ΕΕ
Η διαχείριση των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων και των βιολογικών αποβλήτων διαφέρει πολύ ανάλογα με το κράτος μέλος. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος[12] στην έκθεσή του διακρίνει τρεις κύριες προσεγγίσεις:
- Οι χώρες που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην αποτέφρωση για την αποτροπή της διάθεσης αποβλήτων σε χώρους υγειονομικής ταφής, η οποία συνοδεύεται από υψηλό επίπεδο ανάκτησης υλικών και συχνά από προηγμένες στρατηγικές προώθησης της βιολογικής επεξεργασίας των αποβλήτων: DK, SE, BE (Φλάνδρα), ΝL, LU, FR.
- Οι χώρες με υψηλό επίπεδο ανάκτησης υλικών αλλά με σχετικά χαμηλό ποσοστό αποτέφρωσης (Γερμανία, Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία). Ορισμένες χώρες επιτυγχάνουν τα υψηλότερα ποσοστά λιπασματοποίησης στην ΕΕ (Γερμανία, Αυστρία), ενώ άλλες αναπτύσσουν με γοργούς ρυθμούς ικανότητα λιπασματοποίησης και μηχανικής-βιολογικής επεξεργασίας.
- Οι χώρες που στηρίζονται στην υγειονομική ταφή, στις οποίες όμως η εκτροπή από την υγειονομική ταφή παραμένει πρόβλημα λόγω της έλλειψης χωρητικότητας: ορισμένα νέα κράτη μέλη.
- Οι υποψήφιες και οι εν δυνάμει υποψήφιες χώρες στηρίζονται και αυτές κυρίως στην υγειονομική ταφή, οπότε και σε αυτήν την περίπτωση η εκτροπή των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων από την υγειονομική ταφή θα είναι μεγάλο πρόβλημα.
Υγειονομική ταφή: στην ΕΕ τα βιολογικά απόβλητα συνιστούν συνήθως το 30% έως 40% (υπάρχουν όμως και ποσοστά από 18% έως 60%) των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων[13], η επεξεργασία των οποίων κατατάσσεται χαμηλά στην ιεράρχηση επεξεργασίας των αποβλήτων. Κατά μέσο όρο, το 41% των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων καταλήγει σε χώρους υγειονομικής ταφής[14], ενώ σε ορισμένα κράτη μέλη (π.χ. Πολωνία, Λεττονία) το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 90%. Ωστόσο, εξαιτίας των εθνικών πολιτικών και της οδηγίας για την υγειονομική ταφή, σύμφωνα με την οποία απαιτείται εκτροπή των βιολογικών αποβλήτων από την υγειονομική ταφή, η μέση ποσότητα των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων που καταλήγει στην υγειονομική ταφή στην ΕΕ έχει μειωθεί από 288 σε 213 kg/κεφαλή/έτος (από 55 σε 41%) από το έτος 2000.
Η αποτέφρωση φθάνει το 47% στη Σουηδία και το 55% στη Δανία[15]. Και στις δύο χώρες, η αποτέφρωση βιολογικών αποβλήτων που δεν προέρχονται από χωριστή αποκομιδή συνήθως πραγματοποιείται με συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας και με συμπύκνωση των καυσαερίων, με αποτέλεσμα υψηλή απόδοση και υψηλή ανάκτηση καθαρής ενέργειας.
Η μηχανική-βιολογική επεξεργασία χρησιμοποιείται στην ΕΕ τα τελευταία 10 χρόνια ως προεπεξεργασία με σκοπό τη συμμόρφωση με κριτήρια αποδοχής υγειονομικής ταφής ή τη βελτίωση της θερμογόνου αξίας για την αποτέφρωση. Το 2005, υπήρχαν τουλάχιστον 80 μεγάλες μονάδες συνδυασμένης δυναμικότητας άνω των 8,5 εκατομμυρίων τόνων, οι περισσότερες από τις οποίες στη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία[16].
Για τη βιολογική επεξεργασία των οργανικών αποβλήτων εν γένει (όχι μόνον των βιολογικών) έχουν εντοπισθεί συνολικά 6 000 μονάδες, μεταξύ των οποίων υπάρχουν 3 500 μονάδες λιπασματοποίησης και 2 500 μονάδες αναερόβιας ζύμωσης (οι περισσότερες είναι μικρές μονάδες μέσα σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις). Το 2006 λειτουργούσαν 124 μονάδες αναερόβιας ζύμωσης για την επεξεργασία βιολογικών αποβλήτων ή/και αστικών απορριμμάτων (συμπεριλαμβανομένων των μονάδων μηχανικής-βιολογικής επεξεργασίας με βάση την AD) συνολικής δυναμικότητας 3,9 εκατομμυρίων τόνων, μάλιστα η δυναμικότητα αυτή αναμένεται ότι θα αυξηθεί[17].
Η ανακύκλωση υποστηρίζεται από τη χωριστή αποκομιδή σε ορισμένα κράτη μέλη (Aυστρία, Κάτω Χώρες, Γερμανία, Σουηδία, σε ορισμένες περιοχές του Βελγίου (Φλάνδρα), της Ισπανίας (Καταλονία) και της Ιταλίας (βόρειες περιοχές), ενώ σε άλλα (Τσεχική Δημοκρατία, Δανία, Γαλλία) εφαρμόζεται κυρίως η λιπασματοποίηση των πράσινων αποβλήτων και η αποκομιδή απορριμμάτων μαγειρείων μαζί με τα ανάμεικτα αστικά απορρίμματα. Σε όλες τις περιοχές όπου έχει καθιερωθεί, η χωριστή αποκομιδή θεωρείται επιτυχής λύση διαχείρισης των αποβλήτων[18].
Το συνολικό δυναμικό χωριστής αποκομιδής των βιολογικών αποβλήτων υπολογίζεται σε περίπου 150kg/κεφαλή/έτος, όπου συμπεριλαμβάνονται τα απορρίμματα κουζίνας και κήπων από νοικοκυριά, τα απόβλητα πάρκων και κήπων ακινήτων του Δημοσίου, και τα απορρίμματα της βιομηχανίας τροφίμων[19] (80 εκατ. τόνοι στην ΕΕ των 27). Στο 30% περίπου αυτού του δυναμικού (24 εκατ. τόνοι) εφαρμόζεται η χωριστή αποκομιδή και η βιολογική επεξεργασία[20]. Η συνολική παραγωγή λιπάσματος ήταν 13,2 εκατομμύρια τόνοι το 2005. Η μεγαλύτερη παραγωγή προϊόντος λιπασματοποίησης προερχόταν από βιολογικά απόβλητα (4,8 εκατ. τόνοι) και πράσινα απόβλητα (5,7 εκατ. τόνοι), ενώ η υπόλοιπη από ιλύ καθαρισμού λυμάτων (1,4 εκατ. τόνοι) και ανάμεικτα απόβλητα (1,4 εκατ. τόνοι). Tο δυναμικό παραγωγής προϊόντος λιπασματοποίησης από τα πλέον αξιοποιήσιμα απόβλητα (βιολογικά και πράσινα απόβλητα) υπολογίζεται σε 35 έως 40 εκατ. τόνους[21].
Το προϊόν λιπασματοποίησης χρησιμοποιείται στη γεωργία (περίπου 50%), σε εξωτερικούς χώρους (έως 20%), στην παραγωγή μέσων καλλιέργειας (μείγματα) και στην παραγωγή χώματος για φυτά (περίπου 20%), και για τη διάθεση σε καταναλωτές (έως 25%)[22]. Χώρες, οι οποίες παράγουν κατά κύριο λόγο προϊόν λιπασματοποίησης από ανάμεικτα απόβλητα και δεν διαθέτουν ανεπτυγμένες αγορές προϊόντων λιπασματοποίησης , το χρησιμοποιούν ιδίως στη γεωργία (Ισπανία, Γαλλία) ή για την κάλυψη των χώρων υγειονομικής ταφής (Φινλανδία, Ιρλανδία, Πολωνία[23]).
Η ζήτηση αυτού του προϊόντος παρουσιάζει διακυμάνσεις στην Ευρώπη κυρίως ανάλογα με τις ανάγκες σε βελτιωτικά του εδάφους και με την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Με βάση την πολιτική της ΕΕ για το έδαφος, η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλούνται να αναλάβουν δράση κατά της υποβάθμισης του εδάφους[24], καθώς η αυξανόμενη εμπιστοσύνη του κοινού στην ασφαλή χρήση των προϊόντων λιπασματοποίησης που προέρχονται από απόβλητα, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε αισθητή άνοδο της ζήτησης.
Ωστόσο, η χρήση των προϊόντων λιπασματοποίησης και ζύμωσης από απόβλητα μπορεί να λύσει σε περιορισμένο βαθμό το πρόβλημα της ποιότητας του εδάφους στην ΕΕ, διότι με μια συνήθη χρήση 10 τόνων προϊόντος λιπασματοποίησης ανά εκτάριο και ανά έτος θα ήταν δυνατόν να αναβαθμισθεί μόνον το 3,2% της γεωργικής γης, ακόμη και εάν υποβάλλονταν σε λιπασματοποίηση και γινόταν χρήση όλων των βιολογικών αποβλήτων[25], θα ήταν μάλιστα αναγκαία η μεγάλων αποστάσεων μεταφορά τους με τις αρνητικές συνέπειες που συνεπάγεται η μεταφορά αυτή από άποψη κόστους και ζημίας στο περιβάλλον.
3.3 . Κοινοτικές νομικές πράξεις ρύθμισης της επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων
Ορισμένες νομικές πράξεις της ΕΕ πραγματεύονται το θέμα της επεξεργασίας των βιολογικών αποβλήτων. Γενικές απαιτήσεις για τη διαχείριση των αποβλήτων, όσον αφορά π.χ. την προστασία του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη υγεία κατά την επεξεργασία των αποβλήτων και για την κατά προτεραιότητα ανακύκλωση των αποβλήτων, καθορίζονται στην αναθεωρημένη οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα, η οποία περιέχει επίσης διατάξεις ειδικά για τα βιολογικά απόβλητα (νέους στόχους ανακύκλωσης για τα οικιακά απορρίμματα που μπορούν να συμπεριλαμβάνουν βιολογικά απόβλητα) και τον μηχανισμό καθορισμού κριτηρίων ποιότητας για τα προϊόντα λιπασματοποίησης. Την υγειονομική ταφή βιολογικών αποβλήτων πραγματεύεται η οδηγία για την υγειονομική ταφή, σύμφωνα με την οποία απαιτείται εκτροπή των βιοαποικοδομήσιμων αστικών απορριμμάτων από τους χώρους υγειονομικής ταφής. Η αναθεωρημένη οδηγία σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (οδηγία IPPC), η οποία θέτει τις κύριες αρχές αδειοδότησης και ελέγχου των μονάδων επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων, θα καλύπτει όλες τις μονάδες βιολογικής επεξεργασίας των οργανικών αποβλήτων, δυναμικότητας άνω των 50 τόνων/ημέρα. Η αποτέφρωση βιολογικών αποβλήτων ρυθμίζεται από την οδηγία αποτέφρωσης των αποβλήτων, ενώ τους υγειονομικούς κανόνες για τις εγκαταστάσεις λιπασματοποίησης και βιοαερίου, όπου γίνεται επεξεργασία ζωικών υποπροϊόντων, καθορίζει ο κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα. Η προτεινόμενη οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας περιέχει επίσης μέτρα για τον τρόπο συνυπολογισμού των βιολογικών αποβλήτων στους στόχους για την ανανεώσιμη ενέργεια.
Η νομοθεσία της ΕΕ δεν περιορίζει τις επιλογές των κρατών μελών όσον αφορά τις λύσεις επεξεργασίας των βιολογικών αποβλήτων, εφόσον τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις πλαισίου, ιδίως οι προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα. Η επιλογή της λύσης επεξεργασίας πρέπει να εξηγείται και να δικαιολογείται σε εθνικά ή περιφερειακά σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων και προγραμμάτων πρόληψης. Με τον ορισμό, ταυτόχρονα, της έννοιας «απόβλητα», ο οποίος πριν την αναθεώρηση της οδηγίας-πλαισίου δεν οριοθετούσε με σαφήνεια πότε έχουν υποβληθεί τα απόβλητα σε κατάλληλη επεξεργασία, ώστε να θεωρούνται προϊόν, χαράχθηκαν πολλές και ποικίλες πολιτικές και μέθοδοι επεξεργασίας στην ΕΕ, όπως επίσης δημιουργήθηκαν και διάφορες ερμηνείες από κράτη μέλη σχετικά με το πότε επεξεργασμένα βιολογικά απόβλητα είναι δυνατόν να παύσουν να είναι απόβλητα και να είναι προϊόντα που είναι δυνατόν να διακινούνται ελεύθερα στην εσωτερική αγορά ή να εξάγονται από την ΕΕ.
3.4 . Κοινοτικές νομικές πράξεις ρύθμισης της χρήσης βιολογικών αποβλήτων
Προϊόν λιπασματοποίησης: πρότυπα για τη χρήση και την ποιότητα του προϊόντος λιπασματοποίησης υπάρχουν στα περισσότερα κράτη μέλη, διαφέρουν όμως ουσιωδώς, εν μέρει λόγω των διαφορετικών πολιτικών για το έδαφος. Μολονότι δεν υπάρχει αναλυτική κοινοτική νομοθεσία, ορισμένοι κανόνες ρυθμίζουν ειδικές πτυχές της επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων, της παραγωγής βιοαερίου και της χρήσης του προϊόντος λιπασματοποίησης.
Ο κανονισμός για τη βιολογική γεωργία [26] θέτει όρους για τη χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης στη βιολογική γεωργία.
Με βάση τα οικολογικά σήματα για βελτιωτικά εδαφών[27] και τα μέσα καλλιέργειας[28] προδιαγράφονται όρια για τις προσμείξεις και απαιτείται το προϊόν λιπασματοποίησης να προέρχεται αποκλειστικά από απόβλητα.
Η θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους [29] καλεί σε χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης ως μια από τις καλύτερες πηγές σταθερής οργανικής ύλης, από την οποία μπορεί να σχηματισθεί νέο χούμος σε υποβαθμισμένα εδάφη. Υπολογίζεται ότι το 45% των ευρωπαϊκών εδαφών έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανική ύλη, κυρίως στη νότιο Ευρώπη αλλά και σε περιοχές της Γαλλίας, του ΗΒ και της Γερμανίας.
Ανάκτηση ενέργειας: με βάση την κοινοτική δέσμευση, το ποσοστό της ανανεώσιμης ενέργειας θα φθάσει το 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2020[30], η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προκειμένου να αντικατασταθούν οι υπάρχουσες οδηγίες για την προώθηση της παραγωγής ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (οδηγία 2001/77/EΚ) και των βιοκαυσίμων (οδηγία 2003/30/EΚ)[31]. Στην πρόταση υποστηρίζεται έντονα η χρήση όλων των τύπων βιομάζας, συμπεριλαμβανομένων των βιολογικών αποβλήτων για την παραγωγή ενέργειας, και απαιτείται από τα κράτη μέλη να καταρτίσουν εθνικά σχέδια δράσης για να χαράξουν εθνικές πολιτικές με σκοπό την ανάπτυξη των υπαρχόντων πόρων βιομάζας και να αξιοποιηθούν άλλοι πόροι βιομάζας για διάφορες χρήσεις.
Στον χάρτη πορείας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας[32] προβλέπεται ότι το 2020 θα χρησιμοποιείται βιομάζα ύψους περίπου 195 εκατομμυρίων τόνων ισοδύναμου πετρελαίου (Mtoe), ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του 20% για την ανανεώσιμη ενέργεια. Σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος[33] διαπιστώνεται ότι το δυναμικό της βιοενέργειας από ανάμεικτα αστικά απορρίμματα είναι 20 Mtoe – το οποίο μπορεί να φθάσει περίπου το 7% της συνολικής ανανεώσιμης ενέργειας το 2020 - με την παραδοχή ότι όλα τα απόβλητα που σήμερα καταλήγουν σε υγειονομική ταφή θα διατίθενται προς αποτέφρωση με ανάκτηση ενέργειας και τα απόβλητα που υποβάλλονται σε λιπασματοποίηση πρώτα θα υποβάλλονται σε αναερόβια ζύμωση και κατόπιν σε λιπασματοποίηση.
4. Περιβαλλοντικα, Οικονομικα και Κοινωνικά Θεματα σχετιζόμενα με τη διαχειριση βιολογικων αποβλητων
4.1 . Περιβαλλοντικές επιπτώσεις
Υγειονομική ταφή: τα βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα αποσυντίθενται στους χώρους υγειονομικής ταφής παράγοντας αέριο και στραγγίδια. Το αέριο υγειονομικής ταφής, εάν δεν παγιδευθεί, συμβάλλει αισθητά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, διότι αποτελείται κυρίως από μεθάνιο, το οποίο είναι κατά 23 φορές πιο ισχυρό από το διοξείδιο του άνθρακος ως προς τις συνέπειές του στην κλιματική αλλαγή σε ορίζοντα 100 ετών, σύμφωνα με την άποψη της διακυβερνητικής ομάδας για τις κλιματικές αλλαγές (οδηγία IPCC)[34]. Πριν την έκδοση της οδηγίας για την υγειονομική ταφή, οι εκπομπές μεθανίου από χώρους υγειονομικής ταφής αποτελούσαν το 30% των συνολικών ανθρωπογενών εκπομπών μεθανίου στην ατμόσφαιρα[35]. Εάν υποτεθεί ότι θα συμμορφωθούν όλες οι χώρες με την οδηγία για την υγειονομική ταφή, ακόμη και εάν αυξηθεί η συνολική ποσότητα των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων, έως το 2020 αναμένεται ότι οι εκπομπές μεθανίου σε ισοδύναμο CO2 θα είναι χαμηλότερες κατά 10 εκατομμύρια τόνους σε σύγκριση με τις εκπομπές το 2000[36]. Tα στραγγίδια, εάν δεν συλλεγούν σύμφωνα με την οδηγία για την υγειονομική ταφή, μπορούν να μολύνουν τα υπόγεια ύδατα και το έδαφος. Οι χώροι υγειονομικής ταφής μπορούν επίσης να δημιουργήσουν όχληση στις γειτονικές περιοχές διότι παράγουν βιοαερολύματα, δυσοσμία και οπτική ενόχληση. Μία ακόμη αρνητική επίπτωση της υγειονομικής ταφής είναι η έκταση της χρησιμοποιούμενης γης, η οποία είναι μεγαλύτερη σε σύγκριση με την έκταση που χρησιμοποιείται σε άλλες μεθόδους διαχείρισης αποβλήτων. Οι θετικές πτυχές της βιοαποικοδομήσιμης υγειονομικής ταφής είναι σχεδόν ανύπαρκτες, με εξαίρεση ίσως τη δυνατότητα «αποθήκευσης» του άνθρακα που παγιδεύεται στα προεπεξεργασμένα απόβλητα[37] και την πολύ χαμηλή παραγωγή ενέργειας από την παγίδευση αερίου υγειονομικής ταφής, εφόσον γίνεται προσεκτική διαχείριση του χώρου της υγειονομικής ταφής. Οι κύριες αρνητικές επιπτώσεις της υγειονομικής ταφής θα μετριασθούν μεν με τη συμμόρφωση στην κοινοτική οδηγία για την υγειονομική ταφή, αλλά δεν θα εξαλειφθούν. Επίσης, καθώς υγειονομική ταφή σημαίνει μη ανακτήσιμη απώλεια πόρων και γης, μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα δεν θεωρείται βιώσιμη λύση διαχείρισης των αποβλήτων και για το λόγο αυτό δεν προωθείται.
Η αποτέφρωση των βιολογικών αποβλήτων που αποτελούν μέρος των ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάκτηση ενέργειας από πόρους με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα, προσφέροντας εναλλακτική λύση π.χ. στα ορυκτά καύσιμα και συμβάλλοντας στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η ενεργειακή απόδοση των σημερινών αποτεφρωτήρων ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων ποικίλλει αισθητά, ανάλογα ιδίως με το εάν η μονάδα αποτέφρωσης παράγει θερμότητα, ηλεκτρισμό, ή και τα δύο σε σταθμούς συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας[38], καθώς επίσης ανάλογα με την τεχνολογία που χρησιμοποιείται (π.χ. η συμπύκνωση των καυσαερίων επιτρέπει υψηλότερη απόδοση). Η αναθεωρημένη οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα ενθαρρύνει τη στροφή προς νέους σταθμούς υψηλής απόδοσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άρχισε δημόσια διαβούλευση για την ανάπτυξη συστήματος βιωσιμότητας της βιομάζας, κεντρικό αντικείμενο της οποίας είναι η τελική απόδοση χρήσης της μετατρεπόμενης βιομάζας σε θερμότητα και ηλεκτρική ενέργεια[39].
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αποτέφρωσης ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων που περιέχουν βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα συνδέονται κυρίως με τις εκπομπές αερίων από τους αποτεφρωτές, καθώς και με τις εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων, την απώλεια οργανικής ύλης και άλλων πόρων που περιέχει η βιομάζα. Η συμμόρφωση με την οδηγία για την αποτέφρωση των αποβλήτων περιορίζει τις εκπομπές συγκεκριμένων βαρέων μετάλλων και ορισμένες άλλες εκπομπές όπως είναι οι διοξίνες, εφόσον αυτό είναι εφικτό, και απαιτεί μείωση τυχόν κινδύνων για την υγεία. Θα υπάρχουν πάντως πάντοτε κάποιες εκπομπές. Το περιβάλλον επιβαρύνεται επίσης έως ένα βαθμό και από τη διάθεση τέφρας και σκωριών, όπως είναι τα υπολείμματα καθαρισμού από τα καυσαέρια που συχνά πρέπει να διατίθενται ως επικίνδυνα απόβλητα.
Οι εκπομπές από την αποτέφρωση ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων μειώνονται στο ελάχιστο από την οδηγία για την αποτέφρωση των αποβλήτων. Οι γενικές περιβαλλοντικές επιδόσεις της αποτέφρωσης ανάμεικτων αστικών απορριμμάτων, όπου συμπεριλαμβάνονται τα βιολογικά απόβλητα, εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες (ιδίως από την ποιότητα του καυσίμου, την ενεργειακή απόδοση των μονάδων και τον ενεργειακό πόρο που αντικαθίσταται).
Bιολογική επεξεργασία : η λιπασματοποίηση, η αναερόβια ζύμωση και η μηχανική-βιολογική επεξεργασία παράγουν και αυτές εκπομπές (μεταξύ άλλων και θερμοκηπιακών αερίων CH4, N2O και CO2). Μετά από σταθεροποίησή της με βιολογική επεξεργασία, η ύλη που προκύπτει παγιδεύει τον άνθρακα βραχέως κύκλου για περιορισμένο χρόνο: εκτιμάται ότι, με ορίζοντα 100 ετών, το 8% περίπου της οργανικής ύλης που περιέχεται στο λίπασμα θα παραμείνει στο έδαφος ως χούμος[40].
Η χρήση των προϊόντων λιπασματοποίησης και ζύμωσης ως βελτιωτικά εδάφους και λιπάσματα προσφέρει αγρονομικά οφέλη[41], όπως βελτίωση της δομής του εδάφους, διείσδυση της υγρασίας, ικανότητα κατακράτησης ύδατος, παρουσία μικροοργανισμών στη γη και θρεπτικές ουσίες (κατά μέσο όρο, το προϊόν λιπασματοποίησης που προέρχεται από απόβλητα μαγειρείων περιέχει περίπου 1% N, 0,7% P2O5 και 6,5% K2O). Η ανακύκλωση ιδιαίτερα του φωσφόρου μπορεί να μειώσει την ανάγκη εισαγωγών ορυκτών λιπασμάτων, ενώ τη αντικατάσταση της τύρφης θα μειώσει τις ζημίες στα ενδιαιτήματα των υγροτόπων.
Η αυξημένη ικανότητα κατακράτησης ύδατος καθιστά ευκολότερη την εργασία στους αγρούς, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η κατανάλωση ενέργειας για το όργωμα. Η καλύτερη κατακράτηση ύδατος (η οργανική ύλη από τη γη μπορεί να απορροφήσει έως 20 φορές το βάρος της σε νερό) μπορεί να βοηθήσει και στην καταπολέμηση της ερημοποίησης των ευρωπαϊκών εδαφών και στην πρόληψη των πλημμυρών.
Τέλος, η χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης συμβάλλει στην αντιμετώπιση της σταθερής απώλειας οργανικής ύλης της γης στις εύκρατες περιοχές.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της λιπασματοποίησης περιορίζονται κυρίως σε κάποιες εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων και πτητικών οργανικών ενώσεων. Ο αντίκτυπος στην κλιματική αλλαγή λόγω της παγίδευσης του άνθρακα είναι ως επί το πλείστον μικρός και πρόσκαιρος. Τα οφέλη της χρήσης προϊόντος λιπασματοποίησης στη γεωργία είναι προφανή, είναι συζητήσιμος όμως ο ορθός ποσοτικός προσδιορισμός τους (π.χ. σε σύγκριση με άλλους πόρους βελτιωτικών εδάφους), ενώ είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μόλυνσης του εδάφους από κακής ποιότητας προϊόν λιπασματοποίησης. Επειδή τα βιολογικά απόβλητα μολύνονται εύκολα κατά τη διάρκεια της μικτής αποκομιδής αποβλήτων, η χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση επικίνδυνων ουσιών στη γη και τα φυτά. Στις συνήθεις μολυσματικές ουσίες του προϊόντος λιπασματοποίησης συναντώνται βαρέα μέταλλα και προσμείξεις (π.χ. θραύσματα γυαλιού), υπάρχει όμως ο πιθανός κίνδυνος μόλυνσης από ανθεκτικές οργανικές ουσίες όπως τα PCDD/F, PCB ή τα PAH.
Ο ορθός έλεγχος της ύλης που πρόκειται να λιπασματοποιηθεί σε συνδυασμό με την παρακολούθηση της ποιότητας του προϊόντος λιπασματοποίησης είναι καίριας σημασίας. Λίγα είναι τα κράτη μέλη που επιτρέπουν την παραγωγή προϊόντος λιπασματοποίησης από ανάμεικτα απόβλητα. Στα περισσότερα κράτη μέλη απαιτείται χωριστή αποκομιδή των βιολογικών αποβλήτων, συχνά με βάση λίστα των ειδών αποβλήτων που μπορούν να υποβληθούν σε λιπασματοποίηση. Η προσέγγιση αυτή περιορίζει τον κίνδυνο και μειώνει το κόστος των δοκιμών συμμόρφωσης, διότι κατά τον τρόπο αυτόν είναι λιγότερο εκτεταμένες η παρακολούθηση της παραγωγής και η χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης.
Η οικιακή λιπασματοποίηση θεωρείται ορισμένες φορές ως ο πλέον επωφελής για το περιβάλλον τρόπος διαχείρισης των οικιακών βιοαποικοδομήσιμων απορριμμάτων, διότι, εξαιτίας της μη αποκομιδής, δεν δημιουργούνται εκπομπές και κόστος μεταφοράς τους, εξασφαλίζεται προσεκτικός έλεγχος των προς λιπασματοποίηση υλών και αυξάνεται η ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα περιβάλλοντος.
Επειδή η αναερόβια ζύμωση πραγματοποιείται σε κλειστούς αντιδραστήρες, οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα είναι αισθητά χαμηλότερες και πολύ πιο εύκολες να ελεγχθούν σε σύγκριση με τη λιπασματοποίηση[42]. Κάθε τόνος βιολογικών αποβλήτων που αποστέλλεται για βιολογική επεξεργασία μπορεί να παράγει 100-200 m3 βιοαερίου. Λόγω της πιθανής ανάκτησης ενέργειας από το βιοαέριο, σε συνδυασμό με το βελτιωτικό δυναμικό των υπολειμμάτων (ειδικά όταν τα βιολγικά απόβλητα υποβάλλονται χωριστά σε επεξεργασία), η αναερόβια ζύμωση συχνά συνιστά την πλέον επωφελή τεχνική επεξεργασίας από οικονομική και περιβαλλοντική άποψη[43].
Καθώς οι περισσότερες εκπομπές από τις διεργασίες μηχανικής-βιολογικής επεξεργασίας προκύπτουν από τη βιολογική επεξεργασία βιολογικών αποβλήτων, είναι παρεμφερείς με εκείνες της λιπασματοποίησης ή της αναερόβιας ζύμωσης. Ωστόσο, το τελικό προϊόν είναι συνήθως μολυσμένο σε επίπεδο απαγορευτικό για την περαιτέρω χρήση του. Οι τεχνικές αυτές πάντως έχουν το πλεονέκτημα ότι καθαρίζεται το καύσιμο κλάσμα για αποτέφρωση με ανάκτηση ενέργειας.
Σύγκριση των λύσεων διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων
Τα βιολογικά απόβλητα είναι νέα έννοια για τη νομοθεσία – οι περισσότερες μελέτες αναφέρονται στη διαχείριση των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων. Η διαφορά είναι ότι τα βιολογικά απόβλητα δεν περιέχουν χαρτί και έχουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε νερό, με αποτέλεσμα να έχουν ενδεχομένως επιπτώσεις, ιδίως σε σύγκριση με άλλες λύσεις που περιλαμβάνουν θερμική επεξεργασία των αποβλήτων.
Για τη διαχείριση των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων που εκτρέπονται από τους χώρους υγειονομικής ταφής, πιθανόν να μην υπάρχει μία και μόνον βέλτιστη περιβαλλοντικά λύση. Το περιβαλλοντικό ισοζύγιο των διαφόρων λύσεων που υπάρχουν για τη διαχείριση των αποβλήτων αυτών εξαρτάται από ορισμένους τοπικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι τα συστήματα αποκομιδής, η σύνθεση και η ποιότητα των αποβλήτων, οι κλιματικές συνθήκες, το δυναμικό χρήσης των διαφόρων προϊόντων που προκύπτουν από αυτά τα απόβλητα όπως ηλεκτρική ενέργεια, θερμότητα, αέριο ή προϊόν λιπασματοποίησης πλούσιο σε μεθάνιο. Συνεπώς, οι στρατηγικές διαχείρισης αυτών των αποβλήτων πρέπει να καθορίζονται στην ανάλογη κλίμακα με βάση δομημένη και αναλυτική προσέγγιση όπως η αντίληψη του κύκλου ζωής (life cycle thinking/LCT) και το αντίστοιχο εργαλείο ανάλυσης του κύκλου ζωής (life cycle assessment/LCA)[44], ώστε να μην παραγνωρίζονται άλλες σχετικές πτυχές και τυχόν μεροληψίες.
Η κατάσταση εξαρτάται βεβαίως από τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα. Έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες μελέτες με βάση την ανάλυση του κύκλου ζωής (LCA) σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα[45]. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα αναλύσεις του κύκλου ζωής, εξ ονόματος της Επιτροπής, σε νέα κράτη μέλη[46].
Μολονότι τα συμπεράσματά τους διαφέρουν ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες, έχουν σε μεγάλο βαθμό το κοινό σημείο ότι τα οφέλη του συστήματος διαχείρισης των αποβλήτων που έχουν επιλεγεί εξαρτώνται σημαντικά από:
- Την ποσότητα ενέργειας που είναι δυνατόν να ανακτηθεί – καίρια παράμετρος, η οποία δίνει σαφές πλεονέκτημα στις λύσεις με υψηλή ενεργειακή απόδοση. Η αποτέφρωση επί παραδείγματι δικαιολογείται ίσως στη Δανία[47], ενώ η συνδυασμένη αναερόβια ζύμωση με λιπασματοποίηση των προϊόντων ζύμωσης προσφέρει καλύτερες περιβαλλοντικές επιδόσεις από την αποτέφρωση με ανάκτηση ενέργειας στη Μάλτα[48]. Αυτό οφείλεται στην καλύτερη ενεργειακή χρήση των υγρών βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων με αναερόβια ζύμωση από ό,τι η αποτέφρωση.
- Τον ενεργειακό πόρο που αντικαθίσταται από την ανακτώμενη ενέργεια· εφόσον η ενέργεια που αντικαθίσταται έχει ως βάση κυρίως τα ορυκτά καύσιμα, τα οφέλη της υψηλής ανάκτησης ενέργειας του συστήματος διαχείρισης βιολογικών αποβλήτων είναι μεγαλύτερα. Ωστόσο, εάν ο ενεργειακός πόρος που αντικαθίσταται βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πόρους με χαμηλές εκπομπές, όπως η υδροηλεκτρική ενέργεια, η ανακτώμενη από βιολογικά απόβλητα ενέργεια έχει οπωσδήποτε πολύ μικρότερα περιβαλλοντικά οφέλη.
- Την ποσότητα, την ποιότητα και τη χρήση του ανακυκλωμένου προϊόντος λιπασματοποίησης και τα προϊόντα που αντικαθίστανται από τη χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης. Εάν το προϊόν λιπασματοποίησης χρησιμοποιηθεί σε εξωτερικούς χώρους ή για την κάλυψη χώρων υγειονομικής ταφής, τα τυχόν περιβαλλοντικά οφέλη είναι πολύ περιορισμένα. Εάν όμως προϊόν λιπασματοποίησης υψηλής ποιότητας χρησιμοποιείται για την αντικατάσταση λιπασμάτων, τα οφέλη είναι συνήθως σημαντικά[49]. Η αντικατάσταση της τύρφης παρουσιάζει επίσης μεγάλα περιβαλλοντικά οφέλη.
- Τις εκπομπές των μονάδων επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων, οι οποίες είναι δυνατόν να έχουν πολύ διαφορετικά πρότυπα εκπομπών, με αποτέλεσμα ο αντίκτυπος των εκπομπών τους να είναι πότε μεγάλος και πότε μικρότερος. Οι μελέτες δείχνουν ιδιαίτερα σημαντικές εκπομπές N2O και NH3[50].
Η Επιτροπή εργάζεται επί του παρόντος για την εκπόνηση κατευθύνσεων σχετικά με την αντίληψη κύκλου ζωής στη διαχείριση των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων[51].
4.2. Οικονομικές επιπτώσεις
Το κόστος κεφαλαίου και λειτουργίας της διαχείρισης των ανάμεικτων αστικών αποβλήτων και της βιολογικής επεξεργασίας των αποβλήτων εξαρτάται από πολλούς και ποικίλους παράγοντες και διαφέρει τόσο σε περιφερειακή όσο και σε τοπική κλίμακα, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να εξαχθεί συμπέρασμα για αξιόπιστες μέσες τιμές ή να γίνουν συγκρίσεις. Οι πιο σημαντικές μεταβλητές του κόστους αυτού είναι το μέγεθος των μονάδων, η χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, οι γεωλογικές συνθήκες (για τους χώρους υγειονομικής ταφής), το κόστος της κατά τόπους χρησιμοποιούμενης ενέργειας, ο τύπος των διαθέσιμων αποβλήτων, το κόστος μεταφοράς και άλλες. Εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνεται το έμμεσο κόστος στο περιβάλλον και την υγεία.
Η υγειονομική ταφή θεωρείται συνήθως ως η φθηνότερη λύση, ιδίως εάν η τιμή της γης είναι χαμηλή ή εάν το περιβαλλοντικό κόστος της υγειονομικής ταφής και το μελλοντικό κόστος κλεισίματος του χώρου και της μετέπειτα μέριμνας δεν έχουν ενσωματωθεί στις τιμές ανάληψης (ειδικά στα νέα κράτη μέλη). Η αύξηση του κόστους εξαιτίας της οδηγίας για την υγειονομική ταφή είναι πιθανόν να αλλάξει την κατάσταση, σε συνδυασμό με την εντεινόμενη ευαισθητοποίηση του κοινού για το «πραγματικό» μακροπρόθεσμο κόστος των χώρων υγειονομικής ταφής. Επίσης, τα έσοδα από την ανάκτηση ενέργειας και προϊόντων μπορούν να αντισταθμίσουν, εν μέρει τουλάχιστον, το κόστος άλλων λύσεων διαχείρισης των αποβλήτων. Τα έσοδα αυτά μπορούν ακόμη και να ισοσκελίσουν σχεδόν το κόστος, με αποτέλεσμα οι λύσεις αυτές να καθίστανται οικονομικά συμφερότερες από την υγειονομική ταφή.
Για την αποτέφρωση απαιτούνται μεγαλύτερες επενδύσεις αλλά οι οικονομίες κλίμακας μπορούν να είναι καλύτερες και δεν χρειάζονται μετατροπές στα υπάρχοντα συστήματα αποκομιδής ανάμεικτων αστικών αποβλήτων για υγειονομική ταφή, παράγονται μάλιστα έσοδα από την ανάκτηση ενέργειας, ειδικά όταν μεγιστοποιείται η απόδοση με τη χρήση αποβλήτων σε υψηλής απόδοσης σταθμών συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας.
Με την ποικιλία τεχνολογιών επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων που υπάρχει, είναι πιο δύσκολο να προβλεφθεί ενιαίο ύψος κόστους για κάθε τέτοια επεξεργασία, όταν μάλιστα το κόστος εξαρτάται από την αγορά διάθεσης των προϊόντων. Καθώς η βιολογική επεξεργασία πρέπει να εφαρμόζεται σε απόβλητα ικανοποιητικής ποιότητας, ώστε να παράγεται ασφαλές προϊόν λιπασματοποίησης, το κόστος της χωριστής αποκομιδής των βιολογικών αποβλήτων πρέπει να προστίθεται στο κόστος της διαδικασίας επεξεργασίας. Η πώληση προϊόντος λιπασματοποίησης είναι ίσως πηγή πρόσθετων εσόδων και, πάλι όμως, η ανάκτηση ενέργειας με τη χρήση της αναερόβιας ζύμωσης μπορεί να προσφέρει και άλλα έσοδα.
Στη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[52], προτάθηκαν οι εξής εκτιμήσεις οικονομικού κόστους της διαχείρισης βιολογικών αποβλήτων ως παραδοχές αντιπροσωπευτικές για την ΕΕ των 15 (2002):
- χωριστή αποκομιδή βιολογικών αποβλήτων με λιπασματοποίηση στη συνέχεια: 35 έως 75 €/τόνο·
- χωριστή αποκομιδή βιολογικών αποβλήτων με αναερόβια ζύμωση στη συνέχεια : 80 έως 125 €/τόνο·
- υγειονομική ταφή ανάμεικτων αποβλήτων: 55 €/τόνο·
- αποτέφρωση ανάμεικτων αποβλήτων: 90 €/τόνο.
Στην Eunomia το πρόσθετο κόστος της χωριστής αποκομιδής υπολογίζεται σε 0-15 €/τόνο, ενώ η βελτιστοποίηση των συστημάτων αποκομιδής (π.χ. με αύξηση των περιόδων αποκομιδής μη βιοαποκοδομήσιμων αποβλήτων) θα μπορούσε να οδηγήσει σε κόστος κάτω του μηδενός καθιστώντας επικερδή την αποκομιδή. Από την άλλη πλευρά, στη μελέτη COWI (2004) δίδονται παραδείγματα με πολύ υψηλότερο κόστος της χωριστής αποκομιδής, το οποίο κυμαίνεται από 37 έως 135 €/τόνο και εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν καθαρά οφέλη από τη χωριστή αποκομιδή των βιολογικών αποβλήτων, ακόμη και εάν είναι μικρότερης κλίμακας και αν εξαρτάται από ορισμένους παράγοντες (κόστος χωριστής αποκομιδής, ενεργειακή απόδοση εναλλακτικού αποτεφρωτή, τύπος της ενέργειας που αντικαθίσταται από την ενέργεια του εναλλακτικού αποτεφρωτή).
Το επενδυτικό κόστος των εγκαταστάσεων βιολογικής επεξεργασίας ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο της εγκατάστασης, τις χρησιμοποιούμενες τεχνικές μείωσης των εκπομπών και τις απαιτήσεις για την ποιότητα του προϊόντος. Στη μελέτη εκτίμησης των επιπτώσεων για την αναθεώρηση της οδηγίας IPPC αναφέρεται επενδυτικό κόστος 60-150 €/τόνο για τις ανοικτές μονάδες λιπασματαποίησης και 350-500 €/τόνο για τις μεγάλες κλειστές μονάδες λιπασματοποίησης και αναερόβιας ζύμωσης[53].
Οι τιμές της αγοράς για το λίπασμα από λιπασματοποίηση συνδέονται στενά με την αντίληψη του κοινού και την εμπιστοσύνη του καταναλωτή στο προϊόν. Συνήθως, το προϊόν λιπασματοποίησης που προορίζεται για τη γεωργία πωλείται σε συμβολική τιμή (π.χ. 1 €/τόνο, τιμή η οποία μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη και τη μεταφορά και το άπλωμα). Ωστόσο, η τιμή αγοράς αναγνωρισμένης ποιότητας προϊόντος λιπασματοποίησης μπορεί να φθάσει τα 14 €/τόνο, ενώ η τιμή του προϊόντος λιπασματοποίησης σε μικρές συσκευασμένες ποσότητες μπορεί να φθάσει ακόμη και τα 150-300 €/τόνο. Οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες στις ανεπτυγμένες αγορές προϊόντος λιπασματοποίησης (βλ. 3.2).
Λόγω του υψηλού κόστους μεταφοράς του και της χαμηλής αγοραστικής αξίας του, το προϊόν λιπασματοποίησης χρησιμοποιείται συνήθως κοντά στον τόπο της λιπασματοποίησης και προς το παρόν είναι περιορισμένη η μεταφορά του σε μεγάλες αποστάσεις και η διεθνής εμπορία του, οπότε περιορίζεται ο αντίκτυπος της διεθνούς αγοράς στην ανταγωνιστικότητα του προϊόντος αυτού.
Το πρόβλημα αυτό δεν υπάρχει στην αγορά βιοαερίου ή αερίου υγειονομικής ταφής που είναι δυνατόν να καεί επί τόπου, ώστε να παράγει θερμότητα ή/και ηλεκτρισμό ή να καθαρισθεί και να αναβαθμισθεί ούτως ώστε να φθάσει την ποιότητα καυσίμου κίνησης ή φυσικού αερίου και να διοχετευθεί στο δίκτυο. Οι χρήσεις αυτές θα μεγιστοποιήσουν το δυναμικό της αναερόβιας ζύμωσης για τη μείωση των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων και, άρα, βοηθούν στην επίτευξη των στόχων του Κιότο και της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Τα συστήματα χωριστής αποκομιδής μπορούν να βοηθήσουν στην εκτροπή των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων από τους χώρους υγειονομικής ταφής, ώστε να είναι ποιοτικά τα υλικά βιολογικής ανακύκλωσης και να βελτιώνεται η απόδοση της ενεργειακής ανάκτησης. Τα συστήματα χωριστής αποκομιδής παρουσιάζουν όμως και αυτά κάποια προβλήματα, μεταξύ των οποίων είναι τα εξής:
- Ανάγκη ανασχεδιασμού των συστημάτων χωριστής αποκομιδής και αλλαγής των συνηθειών των πολιτών. Ενώ τα ορθώς σχεδιασμένα συστήματα χωριστής αποκομιδής δεν είναι κατ'ανάγκη πιο δαπανηρά[54], ο κατάλληλος σχεδιασμός και διαχείρισή τους απαιτούν μεγαλύτερες προσπάθειες ως προς τα συστήματα αποκομιδής ανάμεικτων αποβλήτων.
- Οι δυσκολίες καθορισμού περιοχών κατάλληλων για χωριστή αποκομιδή. Σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, είναι σχεδόν αδύνατον να εξασφαλισθεί καθαρότητα των υλικών. Στις αραιοκατοικημένες περιοχές, η χωριστή αποκομιδή μπορεί να αποβεί υπερβολικά δαπανηρή, οπότε η οικιακή λιπασματοποίηση είναι ίσως καλύτερη λύση.
- Προβλήματα συνδυασμού των αποβλήτων που προκύπτουν με τη χρήση του ανακυκλωμένου υλικού – λόγω του κόστους μεταφοράς και της χαμηλής τιμής, η χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης συχνά οριοθετείται σε περιοχές γύρω από την εγκατάσταση επεξεργασίας. Αυτό μπορεί να θέσει πρόβλημα σε πυκνοκατοικημένες περιοχές.
- Θέματα υγείας και οσμών – ειδικά σε περιοχές με αρκετά ή πολύ θερμό κλίμα.
4.3. Κοινωνικός αντίκτυπος και επιπτώσεις στην υγεία
Η αύξηση της ανακύκλωσης των βιολογικών αποβλήτων αναμένεται να έχει περιορισμένο θετικό αντίκτυπο στην απασχόληση. Θα δημιουργηθούν ίσως νέες θέσεις εργασίας στην αποκομιδή αποβλήτων και σε μικρές μονάδες λιπασματοποίησης. Η χωριστή αποκομιδή βιολογικών αποβλήτων μπορεί να έχει τρεις φορές μεγαλύτερη ένταση εργασίας από την αποκομιδή ανάμεικτων αποβλήτων[55].Επίσης, ενδέχεται οι κάτοικοι περιοχών όπου εφαρμόζεται η χωριστή αποκομιδή να υποχρεωθούν να αλλάξουν τις συνήθειές τους στο διαχωρισμό των απορριμμάτων· ωστόσο, δεν υπάρχουν δεδομένα για την εκτίμηση του κοινωνικού κόστους της χωριστής αποκομιδής.
Σε γενικές γραμμές υπάρχει έλλειψη επιδημιολογικών μελετών για την εξαγωγή ποιοτικών δεδομένων των διαφόρων λύσεων διαχείρισης των αποβλήτων όσον αφορά τις επιπτώσεις στην υγεία. Από μελέτη που διεξήγαγε η DEFRA[56] δεν προέκυψαν εμφανείς επιπτώσεις στην υγεία για τους κατοίκους κοντά σε εγκαταστάσεις διαχείρισης των ανάμεικτων αστικών αποβλήτων. Εκτός από τη μελέτη αυτή, θα χρειασθεί ίσως περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί ότι τέτοιες εγκαταστάσεις δεν είναι επικίνδυνες για την υγεία του ανθρώπου. Έχουν εντοπισθεί πάντως μικροί κίνδυνοι συγγενών διαμαρτιών σε οικογένειες που ζουν κοντά σε χώρους υγειονομικής ταφής, βρογχίτιδας και ελασσόνων επιπλοκών σε κατοίκους κοντά σε μονάδες λιπασματοποίησης (ιδίως ανοικτές). Όσον αφορά τις μονάδες αποτέφρωσης, δεν έχουν εξακριβωθεί εμφανείς επιπτώσεις στην υγεία.
5. Θεματα προς Συζητηση
5.1 . Καλύτερη πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων
Η ποσότητα βιολογικών αποβλήτων, αν και έχει σταθεροποιηθεί τα πρόσφατα χρόνια, ενδέχεται να αυξηθεί (ειδικά στην ΕΕ των 12)[57]. Προς το σκοπό αυτό, χρειάζεται ίσως να ενισχυθούν οι πολιτικές πρόληψης της δημιουργίας αποβλήτων. Σε βρετανική έρευνα[58] υπολογίζεται ότι, μόνον στο ΗΒ, τα νοικοκυριά παράγουν 6,7 εκατομμύρια τόνους απορριμμάτων κάθε χρόνο. Με την πρόληψη της δημιουργίας τους θα ήταν δυνατόν να εξοικονομούνται από τη διάθεσή τους κάθε χρόνο τουλάχιστον 15 εκατομμύρια τόνοι ισοδύναμων εκπομπών CO2.
Εύκολες διοικητικές λύσεις δεν υπάρχουν πάντως, διότι οι πιθανές δράσεις συνδέονται εν γένει με την αλλαγή συμπεριφοράς των καταναλωτών και των πρακτικών λιανικής πώλησης. Με βάση την αναθεωρημένη οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταρτίσουν εθνικά προγράμματα πρόληψης, με τα οποία να αντιμετωπίζεται και αυτό το θέμα. Στην επίτευξη του στόχου αυτού θα συμβάλει επίσης η εφαρμογή του σχεδίου δράσης για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική (ΒΚΠ/ΒΒΠ)[59].
Ερώτηση 1: Η πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων είναι πρώτη στην ιεράρχηση της επεξεργασίας αποβλήτων στην ΕΕ. Από την πείρα σας, ποιο θα μπορούσε είναι το αντικείμενο δράσης για την πρόληψη ειδικά των βιολογικών αποβλήτων σε επίπεδο ΕΕ;
5.2. Περιορισμός της υγειονομικής ταφής
Όπως αναφέρθηκε στα τμήματα 3 και 4, η υγειονομική ταφή των βιολογικών αποβλήτων κρίνεται εν γένει ως η πλέον αποφευκτέα λύση διαχείρισης αποβλήτων και πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Σε πολλά κράτη μέλη, όμως, θα χρειασθούν ίσως μεγαλύτερες προσπάθειες εφαρμογής και πρόσθετα εκτελεστικά μέτρα για πολλά χρόνια για την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας για την υγειονομική ταφή.
Θα ήταν επομένως χρήσιμο να αξιολογηθεί κατά πόσον η ενίσχυση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου θα αποφέρει περισσότερα περιβαλλοντικά οφέλη. Αυτό θα απαιτούσε περαιτέρω ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα για να καταστούν οι υπάρχουσες διατάξεις πιο αυστηρές ή, εάν χρειασθεί, για να καταστεί πιο αυστηρή η συγκεκριμένη οδηγία. Eπίσης, με καλύτερη γνώση των εναλλακτικών λύσεων και των αντίστοιχων εσόδων θα μπορούσε να προωθηθεί μια στροφή, ιδίως εάν χρηματοδοτηθούν αλλαγές στις υποδομές.
Ερώτηση 2: Νομίζετε ότι υπάρχουν οφέλη ή μειονεκτήματα από τον περιορισμό της ποσότητας των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων που επιτρέπεται να καταλήγουν στους χώρους υγειονομικής ταφής πέραν των στόχων που έχουν ήδη τεθεί στην κοινοτική οδηγία για την υγειονομική ταφή; Εάν ναι, αυτό πρέπει να εφαρμοσθεί σε κοινοτικό επίπεδο ή πρέπει να αποφασίσουν τα ίδια τα κράτη μέλη;
5.3 . Λύσεις επεξεργασίας των βιολογικών αποβλήτων που εκτρέπονται από τους χώρους υγειονομικής ταφής
Μετά την εκτροπή τους από τους χώρους υγειονομικής ταφής, τα βιολογικά απόβλητα μπορούν να υποβληθούν σε διάφορες μορφές επεξεργασίας, όπως αναφέρθηκε στα τμήματα 3 και 4. είναι δύσκολο να αποφασισθεί ποια είναι από όλες τις απόψεις η μοναδική περιβαλλοντικά επωφελής λύση διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων λόγω των πολλών μεταβλητών και τοπικής φύσεως θεμάτων που χρειάζεται να συνεκτιμηθούν. Η διαχείριση των αποβλήτων που εκτρέπονται από την υγειονομική ταφή πρέπει να αντιμετωπισθεί με πρόσθετα μέτρα που θα ευνοήσουν τη μετάβαση από την απλή προεπεξεργασία για υγειονομική ταφή και αποτέφρωση με μικρή ή καμία ανάκτηση ενέργειας, στην αποτέφρωση με υψηλή ανάκτηση ενέργειας, την αναερόβια ζύμωση με παραγωγή βιοαερίου και την ανακύκλωση των βιολογικών αποβλήτων. Πέραν των αναλύσεων για την ανάδειξη των πλεονεκτημάτων, η εν λόγω διαχείριση πρέπει ίσως να ενισχυθεί με στόχους για τη μέγιστη επιτρεπόμενη ποσότητα των προς διάθεση υπολειμματικών αποβλήτων (υγειονομική ταφή ή αποτέφρωση χωρίς ανάκτηση ενέργειας) ή με άλλα μέτρα για να διοχετεύονται περισσότερα βιολογικά απόβλητα για την ανάκτηση υλικών και ενέργειας.
Ερώτηση 3: Ποιες λύσεις επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων που εκτρέπονται από την υγειονομική ταφή θα προτιμούσατε να ενισχυθούν και ποια κατά τη γνώμη σας είναι τα κύρια οφέλη τους; Κρίνετε ότι η επιλογή επεξεργασίας βιολογικών αποβλήτων που εκτρέπονται από την υγειονομική ταφή πρέπει να συνοδεύεται από ευρύτερη και διεξοδικότερη χρήση των μελετών ανάλυσης του κύκλου ζωής τους;
5.4. Βελτίωση της ανάκτησης ενέργειας
Στην επίτευξη των στόχων όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ανάκτηση ενέργειας θα μπορούσε να βελτιωθεί σημαντικά με τις εξελίξεις στο πεδίο της αναερόβιας ζύμωσης για την παραγωγή βιοαερίου και με τη βελτίωση της απόδοσης της αποτέφρωσης των αποβλήτων, με τη χρήση παραδείγματος χάριν της συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας.
Κάθε τόνος βιολογικών αποβλήτων που αποστέλλεται για βιολογική επεξεργασία μπορεί να παράγει 100-200 m3 βιοαερίου, το οποίο, εάν αναβαθμισθεί, μπορεί να αποκτήσει πρότυπα φυσικού αερίου με χρήση της ενέργειάς του κατά 3-6%. Η αναερόβια ζύμωση ανάμεικτων αποβλήτων παρουσιάζει παρεμφερή οφέλη ανάκτησης ενέργειας αλλά καθιστά πιο δύσκολη την περαιτέρω χρήση των υπολειμμάτων στη γη.
Η περισσότερη ενέργεια που προκύπτει από την αποτέφρωση ανάμεικτων αστικών αποβλήτων προέρχεται από την αποτέφρωση πολύ θερμογόνων κλασμάτων όπως το χαρτί, τα πλαστικά, τα ελαστικά και τα συνθετικά υφάσματα, ενώ το «υγρό κλάσμα» των βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων μειώνει τη γενική ενεργειακή απόδοση[60]. Ωστόσο, το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα των αστικών αποβλήτων (όπου συμπεριλαμβάνεται το χαρτί) παράγει περίπου 50% ενέργεια, η οποία προκύπτει από μονάδες αποτέφρωσης, η δε αυξημένη ανακύκλωση των βιολογικών αποβλήτων θα μπορούσε να περιορίσει την ποσότητα των βιολογικών αποβλήτων που διατίθενται προς αποτέφρωση.
Ερώτηση 4: Κρίνετε ότι η ανάκτηση ενέργειας από βιολογικά απόβλητα μπορεί να συμβάλει αισθητά στη διαχείριση αειφόρων πόρων και αποβλήτων στην ΕΕ και στην επίτευξη των κοινοτικών στόχων για τις ανανεώσιμες ενέργειες με βιώσιμο τρόπο και, εάν ναι, υπό ποίες συνθήκες;
5.5. Αύξηση της ανακύκλωσης
Όπως αναφέρθηκε στο τμήμα 4, η ανακύκλωση βιολογικών αποβλήτων (π.χ. προϊόν λιπασματοποίησης για χρήση στη γη και την παραγωγή μέσων καλλιέργειας) μπορεί να επιφέρει ορισμένα περιβαλλοντικά οφέλη, ιδίως όσον αφορά τη βελτίωση εδαφών φτωχών σε άνθρακα. Πέραν των αναλύσεων, μια νέα δράση για την ενίσχυση της ανακύκλωσης βιολογικών αποβλήτων θα μπορούσε να περιλαμβάνει τρία αλληλοσυνδεόμενα θέματα: στόχους ανακύκλωσης, κανόνες για την ποιότητα και τη χρήση προϊόντος λιπασματοποίησης και υποστήριξη της οργάνωσης χωριστής αποκομιδής.
5.5.1 . Κοινοί στόχοι ανακύκλωσης βιολογικών αποβλήτων
Καταρχήν, τέτοιοι στόχοι θα μπορούσαν να καθιερωθούν είτε με νομοθεσία ειδικά για τα βιολογικά απόβλητα είτε το 2014 όταν θα επανεξετασθούν οι στόχοι ανακύκλωσης στην οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα. Εξαιτίας των διαφορών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τη ζήτηση προϊόντος λιπασματοποίησης και ενέργειας, την παραγωγή αποβλήτων, την πυκνότητα πληθυσμού, κλπ., είναι ίσως δύσκολο ή και ακατάλληλο να τεθεί ένας στόχος «καρμπόν», όταν επιθυμείται η αποφυγή δυσμενών περιβαλλοντικών, οικονομικών και διοικητικών επιπτώσεων, και είναι δυνατόν να χρειασθούν περιθώρια ευελιξίας σε εθνικό επίπεδο για να διαπιστωθεί ποια είναι η καλύτερη λύση διαχείρισης των αποβλήτων ανάλογα με την κάθε περίπτωση.
5.5.2. Εθνικοί στόχοι ανακύκλωσης βιολογικών αποβλήτων
Η λύση αυτή θα μπορούσε να είναι συνιστώσα του γενικού στόχου ανακύκλωσης βιολογικών αποβλήτων που θα τεθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να προτείνουν εθνικούς στόχους στο καλύτερο δυνατό επίπεδο για κάθε χώρα συνεκτιμώντας την ιεράρχηση της διαχείρισης των αποβλήτων και την αντίληψη κύκλου ζωής. Οι στόχοι αυτοί θα μπορούσαν να κατευθύνουν τους εμπλεκόμενους παράγοντες και να θέσουν σαφείς γραμμές για εθνικές και περιφερειακές πολιτικές όσον αφορά τα βιολογικά απόβλητα. Ενδέχεται πάντως οι στόχοι αυτοί να μην είναι αρκετά φιλόδοξοι. Η δυνατότητα καθορισμού εθνικών στόχων στην κοινοτική νομοθεσία θα επανεξετασθεί.
5.5.3 . Υποχρέωση χωριστής αποκομιδής
Η ενίσχυση της τροφοδοσίας σε «καθαρά» βιολογικά απόβλητα θα μπορούσε να ευνοήσει τις επενδύσεις σε μονάδες λιπασματοποίησης και βιοαερίου. Αυτό θα απαιτήσει χωριστή αποκομιδή των βιολογικών αποβλήτων (κατόπιν διαλογής τους) σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό, πιθανόν με στόχους ταυτόχρονα για την εξέταση της προόδου, οι οποίοι συνεπάγονται νέες εκθέσεις αναφοράς και υποχρεώσεις εφαρμογής για τους διαχειριστές αποβλήτων και τις αρμόδιες αρχές, και άρα πρόσθετες δαπάνες και διοικητικό φόρτο για τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες διοικήσεις, θέματα τα οποία πρέπει να εξετασθούν ως προς τα περιβαλλοντικά οφέλη.
Ερώτηση 5: Νομίζετε ότι χρειάζεται να προωθηθεί η ανακύκλωση των βιολογικών αποβλήτων (π.χ. η παραγωγή προϊόντος λιπασματοποίησης ή η χρήση του στη γη) και, εάν ναι, με ποιο τρόπο; Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί συνέργεια μεταξύ ανακύκλωσης των βιολογικών αποβλήτων και ανάκτησης ενέργειας; Παρακαλείσθε να τεκμηριώσετε αναλόγως την απάντησή σας.
5.6. Συμβολή στη βελτίωση των εδαφών
Όπως αναφέρθηκε στο τμήμα 4, η διαχείριση των βιολογικών αποβλήτων θα μπορούσε να βελτιώσει τα εδάφη στην ΕΕ με την παραγωγή ασφαλούς προϊόντος λιπασματοποίησης, αν και οι εν γένει δυνατότητες είναι περιορισμένες (ακόμη και με μέγιστη αύξηση της ανακύκλωσης των βιολογικών αποβλήτων στην ΕΕ, θα ήταν δυνατόν να τροφοδοτηθεί μόνον το 3,2% της γεωργικής γης). Ωστόσο, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος ρύπανσης των εδαφών και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των χρηστών, θα χρειασθεί ίσως να καθιερωθούν κοινά πρότυπα για την επεξεργασία των βιολογικών αποβλήτων και την ποιότητα του προϊόντος λιπασματοποίησης.
5.6.1. Κοινοτικά πρότυπα για προϊόν λιπασματοποίησης υψηλής ποιότητας
Ο καθορισμός κοινών κοινοτικών προτύπων θα αποσαφήνιζε πότε το υλικό που παράγεται από βιολογικά απόβλητα έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία ανάκτησης και μπορεί να θεωρηθεί περισσότερο προϊόν παρά απόβλητο, ώστε να ενισχυθεί η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας και να βελτιωθεί η αγορά με τη δημιουργία μεγαλύτερης εμπιστοσύνης στους χρήστες και τη διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου. Προγραμματίζεται ο καθορισμός τέτοιων προτύπων στο εγγύς μέλλον με βάση την οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα (κριτήρια αποχαρακτηρισμού των αποβλήτων).
5.6.2. Κοινοτικά πρότυπα για επεξεργασμένα βιολογικά απόβλητα χαμηλότερης ποιότητας
Θα ήταν δυνατόν επίσης να καθιερωθούν κοινοί κοινοτικοί κανόνες για τη χρήση επεξεργασμένων βιολογικών αποβλήτων, όπως το χαμηλής ποιότητας προϊόν λιπασματοποίησης, τα οποία θα συνεχίσουν να υπάγονται στη νομοθεσία για τα απόβλητα, όπως και οι απαιτήσεις για το άπλωμα ιλύος καθαρισμού λυμάτων σε γεωργικές εκτάσεις. Οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν κριτήρια ποιότητας και τη συνολική επιτρεπόμενη περιεκτικότητα του προϊόντος λιπασματοποίησης και του εδάφους σε βαρέα μέταλλα και άλλους ρύπους. Το προϊόν λιπασματοποίησης αποβλήτων θα μπορούσε να υποδιαιρεθεί περαιτέρω ανάλογα με τη δυνατότητα χρήσης του. Το προϊόν λιπασματοποίησης ακόμη πιο χαμηλής ποιότητας πρέπει ίσως να διατίθεται ως απόβλητο.
5.6.3. Κανόνες σε εθνικό επίπεδο
Ως εναλλακτική λύση στους κοινοτικούς κοινούς κανόνες, θα μπορούσε να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να καθορίσουν εθνικούς κανόνες εντασσόμενους σε ένα κοινό πλαίσιο, οι οποίοι θα επιτρέπουν να καθιερώσουν λεπτομερείς κανόνες ανάλογα με τις περιφερειακές ή τοπικές συνθήκες προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας, και να επιλέξουν μπορφές διαχείρισης των εδαφών. Tο αρνητικό αυτής της προσέγγισης είναι ίσως ότι θα συνεχισθεί η αβεβαιότητα στην εσωτερική αγορά, ο πιθανός κατακερματισμός της, οι επιπλοκές στις αποστολές και ο διοικητικός φόρτος για τους αρμόδιους φορείς. Θα μπορούσε επίσης να διακυβεύσει την υλοποίηση του συμφωνημένου πολιτικού στόχου για ισχυρότερες αγορές ανακύκλωσης στην ευρωπαϊκή κοινωνία ανακύκλωσης.
Ερώτηση 6: Για να ενισχυθεί η χρήση των προϊόντων λιπασματοποίησης/ζύμωσης:
- Πρέπει να καθορισθούν πρότυπα ποιότητας για το προϊόν λιπασματοποίησης μόνον ως προϊόν ή και ως προϊόν χαμηλότερης ποιότητας που θα υπάγεται στο καθεστώς για τα απόβλητα (π.χ. για εφαρμογές μη συνδεόμενες με την παραγωγή τροφίμων);
- Πρέπει να καθορισθούν κανόνες για τη χρήση των προϊόντων λιπασματοποίησης /ζύμωσης (π.χ. όρια συγκέντρωσης ρύπων στα προϊόντα λιπασματοποίησης/ζύμωσης και στα εδάφη όπου χρησιμοποιούνται τα προϊόντα αυτά);
- Σε ποιους ρύπους και συγκεντρώσεις πρέπει να βασισθούν τα πρότυπα αυτά;
- Ποια είναι τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά της χρήσης προϊόντος λιπασματοποίησης (ζύμωσης) από ανάμεικτα απόβλητα;
5.6.4. Επιχειρησιακά πρότυπα (επεξεργασίας) για μικρές μονάδες
Οι μονάδες όπου γίνεται επεξεργασία άνω των 50 τόνων βιολογικών αποβλήτων την ημέρα (μέγιστη ικανότητα λιπασματοποίησης και ζύμωσης) θα καλυφθούν από την αναθεωρημένη οδηγία IPPC. Δεν κρίθηκε σκόπιμο να καλυφθούν και οι μονάδες με ικανότητα επεξεργασίας κάτω των 50 τόνων[61]. Το σχετικό έγγραφο αναφοράς για τη βέλτιστη διαθέσιμη τεχνολογία (ΒΔΤ)[62] καλύπτει την αναερόβια ζύμωση και τη μηχανική-βιολογική επεξεργασία αλλά όχι τη λιπασματοποίηση.
Πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσον οι μονάδες λιπασματοποίησης που δεν εμπίπτουν στον κανονισμό για τα ζωικά υποπροϊόντα πρέπει να πληρούν ορισμένες απαιτήσεις υγιεινής και παρακολούθησης, ως προϋπόθεση για την αδειοδότησή τους και την ασφαλή χρήση του προϊόντος λιπασματοποίησης.
Ερώτηση 7: Υπάρχουν ενδείξεις ότι υπάρχουν κενά στο υπάρχον κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τα επιχειρησιακά πρότυπα μονάδων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας IPPC και, εάν ναι, πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν;
5.7. Άλλες χρήσεις των βιολογικών αποβλήτων
Πολλές προγραμματιζόμενες ή εκτελούμενες ερευνητικές δραστηριότητες αποβλέπουν στην ανεύρεση εναλλακτικών μέσων εκμετάλλευσης της εναπομένουσας βιομάζας και των βιολογικών αποβλήτων για την αντιμετώπιση θεμάτων της κλιματικής αλλαγής και της υποβάθμισης της ποιότητας των εδαφών. Άλλες λύσεις επεξεργασίας των βιολογικών αποβλήτων εξετάζονται σε ερευνητικό επίπεδο (π.χ. βιοξυλάνθρακας)[63].
Ερώτηση 8: Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των τεχνικών διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων που προαναφέρθηκαν; Νομίζετε ότι υφίσταται κανονιστικό εμπόδιο στην περαιτέρω ανάπτυξη και καθιέρωση των τεχνικών αυτών;
Οι παρεμβάσεις σας στη διαδικασία διαβούλευσης πρέπει να σταλούν στην Επιτροπή έως τις 15 Mαρτίου 2009, είτε με μήνυμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση "ENV-BIOWASTE@ec.europa.eu", είτε ταχυδρομικώς στην κάτωθι διεύθυνση:
European Commission
Directorate-general Environment
Unit G.4 "Sustainable production and consumption"
B-1049 Brussels
Η παρούσα Πράσινη Βίβλος θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα της Επιτροπής. Οι παρεμβάσεις που θα παραληφθούν θα δημοσιευθούν, εκτός εάν ο εκάστοτε συντάκτης αντιτίθεται στη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων με την αιτιολογία ότι η δημοσίευση μπορεί να βλάψει έννομα συμφέροντά του. Στην περίπτωση αυτή, η παρέμβαση μπορεί να δημοσιευθεί ανώνυμα. Ειδάλλως, η παρέμβαση δεν θα δημοσιευθεί ούτε θα ληφθεί, καταρχήν, υπόψη το περιεχόμενό της.
Επίσης, από την καθιέρωση του μητρώου των εκπροσώπων συμφερόντων (ομάδες πίεσης) τον Ιούνιο του 2008 στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για τη διαφάνεια, οι οργανισμοί καλούνται να χρησιμοποιούν το μητρώο αυτό για να παρέχουν στην Επιτροπή και το ευρύ κοινό πληροφορίες σχετικά με τους στόχους τους, τη χρηματοδότηση και τη δομής τους[64]. Πολιτική της Επιτροπής είναι να θεωρεί τα στοιχεία αυτά ως ατομικές παρεμβάσεις, εκτός εάν οι οργανισμοί καταχωρισθούν στο μητρώο[65].
Στα τέλη του 2009, η Επιτροπή θα παρουσιάσει ανάλυση των παρεμβάσεων που θα παραλάβει, η οποία θα συνοδεύεται, εάν χρειασθεί, από προτάσεις της ή/και πρωτοβουλίες για μια κοινοτική στρατηγική διαχείρισης των βιολογικών αποβλήτων.
[1] Βλ.: COM(2001)264 τελικό, COM(2005)670 τελικό, COM(2005)666 τελικό
[2] COM(2007)59
[3] Εκτίμηση με βάση τα δεδομένα της Eurostat για τα αστικά απόβλητα (2008)
[4] Αναθεωρημένη οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα (2005/0281(COD))
[5] Οδηγία 1999/31/EΚ
[6] Σύμφωνα με το παράρτημα II της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης που προορίζονται για την επεξεργασία των MSW εντάσσονται στη λειτουργία ανάκτησης μόνον εφόσον η ενεργειακή τους απόδοση είναι ίση ή ανώτερη του 0,60 για τις εγκαταστάσεις ήδη σε λειτουργία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2009 και ίση ή ανώτερη του 0,65 για τις εγκαταστάσεις που αδειοδοτήθηκαν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2008.
[7] Tο κλάσμα προεπεξεργασμένων αποβλήτων που προορίζεται για αποτέφρωση συχνά αναφέρεται ως καύσιμο προερχόμενο από απόβλητα.
[8] Οδηγία 2001/77/EΚ
[9] COM(2008)19
[10] ORBIT/ECN, 2008
[11] Το 2007, το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό κέντρο παραγωγής βιοαερίου ως καυσίμου άνοιξε στη Λίλλη. Με βάση την επεξεργασία οργανικών αποβλήτων κατόπιν χωριστής αποκομιδής από έναν δήμο πληθυσμού 1,1 εκατομμυρίου κατοίκων, θα παράγει ετησίως 4 εκατομμύρια Nm³ βιοαερίου, το οποίο θα μετατρέπεται σε καύσιμο κίνησης με το οποίο θα τροφοδοτείται ο στόλος 150 λεωφορείων του δημοτικού συστήματος συγκοινωνιών.
[12] EΟΠ, 2007 (1)
[13] Βλ. ACR+, 2008 και ΚΚΕρ, 2007
[14] Αυτά και άλλα δεδομένα για την υγειονομική ταφή – Eurostat, 2008
[15] Eurostat, 2008
[16] Juniper, 2005
[17] L.de Baere, 2008
[18] Βλ. π.χ.. http://ec.europa.eu/environment/waste/publications/compost_success_stories.htm
[19] ORBIT/ECN, 2008
[20] ORBIT/ECN, 2008
[21] Από κάθε τόνο βιολογικών αποβλήτων παράγονται περίπου 350-400 kg προϊόντος λιπασματοποίησης.
[22] ORBIT/ECN, 2008 – λόγω πολύ γενικών δεδομένων δεν υπάρχει άθροισμα στο 100%
[23] Στην Πολωνία, το 100% του προϊόντος λιπασματοποίησης χρησιμοποιείται στην αποκατάσταση γαιών ή την κάλυψη χώρων υγειονομικής ταφής εξαιτίας της χαμηλής ποιότητας του προϊόντος λιπασματοποίησης.
[24] COM(2006)231 τελικό και 2006/2293(INI)
[25] ORBIT/ECN, 2008
[26] Κανονισμοί 2092/91/EΟΚ (έως τις 31/12/2008) και 834/2007/EΚ (από την 01/01/2009)
[27] Απόφαση 2006/799/EΚ
[28] Απόφαση 2007/64/EΚ
[29] COM(2006)231 τελικό
[30] Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Βρυξελλών του Mαρτίου 2007
[31] Η οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι υπό διαπραγμάτευση επί του παρόντος με τη διαδικασία συναπόφασης μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.
[32] COM(2006)848
[33] EΟΧ, 2006
[34] www.ipcc.ch
[35] COM(96)557
[36] ΕΟΧ, 2007 (2) (διάγραμμα 6.24)
[37] AEA, 2001
[38] Στην Eunomia (2002) εκτιμάται ότι αντιπροσωπευτικός (για την ΕΕ των 15) αποτεφρωτής που παράγει μόνον ηλεκτρισμό επιτυγχάνει ενεργειακή απόδοση 21% και ότι μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας παράγουν ενέργεια με απόδοση 75%.
[39] http://ec.europa.eu/energy/res/consultation/uses_biomass_en.htm
[40] AEA, 2001, Πίνακας A5.46, σ. 140
[41] Bρυξέλλες, 2001
[42] Vito, 2007
[43] ΚΚΕρ, 2007
[44] Βλ.: http://lca.jrc.ec.europa.eu/waste/
[45] ΚΚΕρ, 2007 και ΚΚΕρ, 2009
[46] ΚΚΕρ, 2007
[47] Κοπεγχάγη, 2007
[48] ΚΚΕρ, 2007
[49] Χαϊδελβέργη, 2002
[50] ΚΚΕρ, 2007
[51] http://viso.jrc.ec.europa.eu/lca-biowaste and http://lca.jrc.ec.europa.eu/waste/
[52] Eunomia, 2002
[53] Vito, 2007
[54] Τα βελτιστοποιημένα συστήματα χωριστής αποκομιδής μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τη συχνότητα αποκομιδής των υπολειμματικών αποβλήτων, καθώς και σημαντική εξοικονόμηση υπολειμματικών αποβλήτων προς διάθεση. Βλ. π.χ. Favoino, 2002
[55] Eunomia όπως αναφέρεται στη μελέτη COWI, 2004
[56] DEFRA, 2004
[57] ΕΟΧ Ευρετήριο Χημικών Ουσιών-16
[58] WRAP, 2008
[59] COM(2008)397
[60] AEA, 2001, πίνακες A3.36 και A3.37, σ. 118
[61] Εκτίμηση του αντικτύπου της πρότασης οδηγίας για τις βιομηχανικές εκπομπές
[62] Κείμενο αναφοράς βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών για την επεξεργασία αποβλήτων
[63] Π.χ. Fowles, 2007 and Lehmann, 2007
[64] www.ec.europa.eu/transparency/regrin
[65] COM(2007)127.


Εκτύπωση   Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο